13/6/16

Δηλώσεις Υπουργού Οικονομικών στο Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ

Δηλώσεις Υπουργού Οικονομικών στο Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ




Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Χάρης Γεωργιάδης προέβη σήμερα σε δηλώσεις στην εκπομπή «Πρωινό Δρομολόγιο» του Τρίτου Προγράμματος του ΡΙΚ σχετικά με τα μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια που εκκρεμούν στη Βουλή.

Συγκεκριμένα ο κ Υπουργός είπε: «Προσβλέπω κι εγώ και η Κυβέρνηση σε μια στενή και παραγωγική συνεργασία με τη Βουλή και είμαστε έτοιμοι, όπως έχει τονίσει και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να συνεργαστούμε με όλους. Εύχομαι και ελπίζω ότι θα βρούμε τον τρόπο να διαχειριζόμαστε υπεύθυνα τις διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουμε σε διάφορα ζητήματα για να λαμβάνουμε αποφάσεις και να μην τις αναβάλουμε επ’ αόριστον, ειδικά αποφάσεις που σχετίζονται με μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνουμε. Έχουμε καλύψει μεγάλη απόσταση και έχουμε προχωρήσει αρκετά συνεργαζόμενοι με την προηγούμενη Βουλή, αλλά υπάρχουν πολλά και σημαντικά που απομένουν και με αυτή την προσέγγιση είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε. Γι’ αυτό και έστειλα επιστολή στη νέα Βουλή για να καταγράψω και να υπενθυμίσω ποιες είναι οι εκκρεμότητες αλλά και να εισηγηθώ ποιες είναι οι προτεραιότητες. Οι τελικές αποφάσεις είναι της ίδιας της Βουλής».

Κληθείς να αναφέρει τις προτεραιότητες στη Βουλή σχετικά με τα νομοσχέδια που εκκρεμούν ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε: «Με κάθε τρόπο και κάθε ευκαιρία εξηγώ ότι πρώτη προτεραιότητα είναι αυτό το πλαίσιο μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων, τα οποία είναι προς το παρόν επτά και αφορούν τις αλλαγές που πρέπει να προωθηθούν στη δημόσια υπηρεσία. Αυτά για μένα είναι τα πιο σημαντικά και ένα από αυτά, το πιο επείγον, είναι αυτό που ρυθμίζει το μισθολόγιο. Έπρεπε κατά την άποψή μου αυτό να έκλεινε από την προηγούμενη Βουλή αφού είχε συζητηθεί αρκετές φορές, και είχε παρουσιαστεί αρκετές φορές ενώπιον της Βουλής ο Υφυπουργός. Τώρα πρέπει η συζήτηση να ολοκληρωθεί και να έχουμε ειδικά αυτή τη ρύθμιση τώρα πριν προχωρήσουμε και στον σχεδιασμό για τον επόμενο προϋπολογισμό και για το επόμενο τριετές πλαίσιο. Να ξέρουμε πρώτα και κύρια εμείς, αν και είναι κάτι το οποίο παρακολουθούν και τρίτοι, όπως οίκοι αξιολόγησης για παράδειγμα, ότι έχουμε καθορίσει ένα λογικό πλαίσιο που θα επιτρέπει να ξαναρχίσουν να δίνονται αυξήσεις με τις διάφορες μορφές τους στον δημόσιο τομέα, αλλά όχι όπως παλιά που ήταν ανεξέλεγκτες. Και δεν είναι μόνο οι αυξήσεις, αλλά και κάτι ακόμα εξίσου σημαντικό, είναι οι προσλήψεις που πρέπει να γίνονται, μαζί με τις αυξήσεις και τα παρεμφερή επιδόματα, όλα πρέπει να συνάδουν με ένα μετρήσιμο, αξιόπιστο, νομοθετημένο τρόπο. Είναι μια ρύθμιση της κοινής λογικής που επιβάλλεται να υπάρξει σε μια χώρα όπως η δική μας που οδηγήθηκε στον εκτροχιασμό».

Ερωτηθείς με το τι θα συναρτάται το νομοθέτημα τόνισε: «Με την πορεία της οικονομίας προς την ανάπτυξη. Αν αναπτυχθεί και ανάλογα με τον βαθμό που θα αναπτυχθεί θα μπορεί να μεταβάλλεται και το μισθολόγιο. Δηλαδή να μπαίνει ένα όριο για αυξήσεις, προσαυξήσεις, υπερωρίες, επιδόματα, προσλήψεις, για να μην μπορούν να γίνονται με τον ανεξέλεγκτο τρόπο όπως γινόταν κάθε χρόνο. Αυτό δεν είναι βιώσιμο».

Ακόμα ο κ. Γεωργιάδης πρόσθεσε: «Η φόρμουλα είναι πολύ απλή. Το ποσοστό της μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ θα αποτελεί το ανώτατο όριο εντός του οποίου θα μπορούν να κινηθούν οι προς τα πάνω μεταβολές του μισθολογίου».

Απαντώντας σε ερώτηση αν έπειτα από την αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, οδηγηθεί η οικονομία μας σε στασιμότητα ή έχει αν αρνητικούς δείκτες τότε τι θα αλλάξει στους μισθούς, ο κ. Υπουργός είπε: «Πρώτα από όλα θεωρώ ότι δεν θα εκτροχιαστούμε ξανά, οπότε δεν θα χρειαστεί να λάβουμε αυτά τα έκτακτα μέτρα που έχουν αφαιρέσει σήμερα ένα μεγάλο μέρος των υπερβολικών αυξήσεων. Είναι πιο λογικός τρόπος να ακολουθεί το κρατικό μισθολόγιο, στην πορεία της οικονομίας. Αυτό, είναι το πιο η σημαντικό κατά την άποψή μου».

Ερωτηθείς αν έχει βρεθεί τρόπος και για τη ρύθμιση των πολλαπλών συντάξεων σε συνδυασμό με πρόταση του ΔΗΚΟ ο κ. Γεωργιάδης είπε: «Υπάρχει μια πρόταση νόμου που κατατέθηκε τον περασμένο Μάρτη και πρέπει να πω ότι υπήρξε μια διαβούλευση. Έχουμε δει την πρόταση αυτή και μας βρίσκει σύμφωνους και θεωρώ ότι αποτελεί μια ικανοποιητική ρύθμιση και ίσως και επί της διαδικασίας να διευκολύνει να πάει και ως πρόταση νόμου». Και συνέχισε: « Μια σύνταξη για όλες τις υπηρεσίες σε αξιώματα που να μην υπερβαίνει το 50% του πιο ψηλού μισθού. Αν δηλαδή κάποιος υπήρξε και δήμαρχος και βουλευτής και υπουργός να έχει μόνο μια σύνταξη. Αν ήταν στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και έχει κερδίσει μια επαγγελματική σύνταξη τότε τη δικαιούται».

Αναφορικά με το θέμα της κινητικότητας ο κ. Γεωργιάδης είπε:« Στον στενό δημόσιο τομέα έχει γίνει, μεταξύ δημόσιου τομέα και ημικρατικών ή μεταξύ ημικρατικών. Αυτό το θέμα δεν είναι ούτε ιδεολογικό ούτε πολιτικό, όπως επίσης και το μισθολογικό. Είναι αυτές οι κινήσεις οι απλές, της λογικής, τις οποίες όμως δεν τις είχαμε ποτέ εφαρμόσει με αποτέλεσμα να δημιουργούνται και να διογκώνονται με τα χρόνια στρεβλώσεις. Το θέμα της κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων είναι πολύ σημαντικό και το χρειαζόμαστε. Γίνονται μετακινήσεις, αλλά υπάρχει μια αντικειμενική δυσκολία. Αν εξαιρέσουμε την εκπαίδευση, την υγεία και την Εθνική Φρουρά που εκεί δεν υπάρχει περιορισμός στις προσλήψεις, γίνονται αμέσως οι αντικαταστάσεις και υπάρχει πλήρη στελέχωση, απομένει ένας μικρός αριθμός Υπουργείων και Υπηρεσιών που έχουν υποστεί μεγάλη μείωση προσωπικού. Είναι, βεβαία, δύσκολο αν δεν υπάρχουν πλεονάζοντες. Έχει μειωθεί το προσωπικό κατά μέσο όρο γύρω στο 10%».

Αναφερόμενος συγκεκριμένα στις μεταρρυθμίσεις ο κ. Γεωργιάδης υπογράμμισε: «Θεωρώ ότι η μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας είναι ίσως μια από τις πρώτες προτεραιότητες, και χωρίς αμφιβολία τα μέτρα που εφαρμόσαμε μέχρι σήμερα είναι πυροσβεστικά και όχι διαρθρωτικά. Ήταν αναγκαία, επείγοντα μπαλώματα και αυτό που χρειάζεται ο τομέας της υγείας δεν είναι μέτρα πυροσβεστικά αλλά ουσιαστική, διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Τη διαθρωτική μεταρρύθμιση θα την περιέγραφα με δυο λόγια ως εξής: πρέπει τα δημόσια νοσοκομεία να λειτουργούν όχι με όρους και με ωράριο δημόσιας υπηρεσίας, αλλά με έναν τρόπο πολύ πιο αποδοτικό και παραγωγικό για να εξυπηρετούν τους πολίτες. Όλο αυτό σχετίζεται με την ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτονόμηση των δημοσίων νοσοκομείων, τα οποία θα παραμείνουν δημόσια, αλλά θα λειτουργούν ως αυτόνομοι οργανισμοί και μέσα από την αυτόνομη λειτουργία θα έχουν βεβαίως και την υποχρέωση να μην μείνουν αναξιοποίητες πανάκριβες υποδομές και εξοπλισμοί».

Ο κ. Υπουργός τόνισε ακόμα ότι: «Υπάρχει μια τάση να παρεμποδίζεται η αυτονόμηση, αλλά κατά τα άλλα όλοι θέλουμε το ΓΕΣΥ. Αν δεν προωθηθεί και λειτουργήσει η αυτονόμηση κανένας δεν θα είναι σε θέση να απαντήσει το ερώτημα πόσο θα κοστίσει το ΓΕΣΥ ή πώς θα λειτουργήσει το ΓΕΣΥ. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αν δεν δει στην πράξη ότι τα νοσοκομεία έχουν μετατραπεί σε οικονομικούς και διοικητικά αυτόνομους οργανισμούς. Αλλά δεν είναι μόνο το ΓΕΣΥ. Είναι και τα προβλήματα που συσσωρεύονται σε καθημερινή βάση και μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αντιμετωπιστούν».

Ο Υπουργός Οικονομικών παρέθεσε στη συνέχεια ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: «Θυμήθηκα αυτές τις μέρες κάτι που είπε η κα Χρυστάλλα Γιωρκάτζη ως πρώην Γενική Ελέγκτρια όταν ήμουν κι εγώ βουλευτής, για εκείνο το πανάκριβο MRI, το οποίο υπάρχει στο Γενικό Νοσοκομείο. Όταν είχε αγοραστεί αυτός ο πανάκριβος και αναγκαίος εξοπλισμός με βάση το συμβόλαιο για 2-3 χρόνια θα τον λειτουργούσε ο ιδιώτης ο οποίος τον είχε προμηθεύσει. Όσο τον λειτουργούσε ο ιδιώτης, και δεν είναι δικές μου αναφορές αλλά της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, δεν υπήρχαν λίστες αναμονής και ουρές, επειδή ακριβώς αυτός ο πανάκριβος εξοπλισμός, και αυτή ήταν η θέση αυτού που τον είχε προμηθεύσει, δεν μπορεί να λειτουργεί μερικές ώρες το πρωί, αλλά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Όταν έληξε η περίοδος λειτουργίας από τον ιδιώτη και άρχισε η λειτουργία του από το νοσοκομείο ξεκίνησαν να δημιουργούνται αυτές οι τεράστιες λίστες αναμονής».

Οπότε, συνέχισε ο κ. Υπουργός: «Σχετικά με τη στελέχωση ων νοσοκομείων δεν νομίζω ότι ο ιδιώτης να είχε περισσότερο προσωπικό από ό,τι είχε σήμερα, αλλά πιθανόν να οργάνωνε το προσωπικό του, έτσι ώστε να μην εργάζονται όλοι το πρωινό ωράριο της δημόσιας υπηρεσίας, αλλά κάποιοι εργάζονταν πρωινή βάρδια, κάποιοι απογευματινή και γι’ αυτό δεν υπήρχαν ουρές».

Αναφορικά με το θέμα της στελέχωσης ο κ. Υπουργός είπε επίσης: «Ζητήσαμε τα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας και φάνηκε ότι δεν υπήρχε καμία μείωση στη στελέχωση και ότι υπάρχει πλήρης στελέχωση στα δημόσια νοσοκομεία. Όταν αυτό αναδεύθηκε ακούσαμε μια άλλη εξήγηση από τους διάφορους ότι αυξήθηκε η δουλειά. Οπότε ζητήσαμε τα στοιχεία και η δουλειά δεν αυξήθηκε. Τώρα ακούμε μια νέα εξήγηση ότι αν φεύγει ένας γιατρός της συγκεκριμένης ειδικότητας τότε προσλαμβάνεται άλλος γιατρός που είναι σε άλλη ειδικότητα. Και ρωτώ αν είναι έτσι, τότε δεν θα πρέπει κάποιοι να δώσουν εξηγήσεις»;

Καταλήγοντας ο Υπουργός Οικονομικών είπε: «Ξέρουμε πολύ καλά τι ΓΕΣΥ θέλουμε. Θέλουμε ένα ΓΕΣΥ να εξυπηρετεί τους συμπολίτες μας, να παρέχει κάλυψη σε όλους και να είναι οικονομικά βιώσιμο και να μην μετατραπεί και αυτό σε μια μαύρη τρύπα που ενώ θα πληρώνουμε δεν θα παίρνουμε την εξυπηρέτηση που πρέπει. Ποτέ δεν θα το πετύχουμε και θα παραμείνει ένα σύνθημα να το αναμασούμε αν δεν καταλάβουμε και δεν έχουμε όλοι την τόλμη να στηρίξουμε, να προωθήσουμε και να εφαρμόσουμε αυτές τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που αποτελούν προϋπόθεση».

________