17/1/11

Ομιλία του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού δρος Ανδρέα Δημητρίου στο μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, χθες στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ιωάννη, στη Λευκωσία NEWS AGENCY-VOULI.NET-HELLAS AND CYPRUS NEWS

Ομιλία του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού δρος Ανδρέα Δημητρίου στο μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, χθες στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ιωάννη, στη Λευκωσία
17/01/2011





Σήμερα τιμούμε τη μνήμη του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι (1903-1976), ενός μεγάλου πνευματικού τέκνου της Κύπρου που έφυγε πριν από 35 χρόνια: ενός άνδρα που άφησε φεύγοντας ένα πολύτιμο έργο και μια τεράστια προσφορά στον επιστημονικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό τομέα. Το έργο του συνιστά τη βάση για ό,τι ακολούθησε στους προαναφερόμενους τομείς και αποτελεί ανεξάντλητη πηγή γνώσεων και προβληματισμού για όλο τον πνευματικό και επιστημονικό κόσμο της Κύπρου. Ο λαμπρός αυτός επιστήμονας, ο οποίος τόσα προσέφερε στην Κύπρο από τα διάφορα πόστα που κατέκτησε, γεννήθηκε το 1903 από Ηπειρώτη πατέρα που εργαζόταν ως καθηγητής και μετέπειτα ως Γυμνασιάρχης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και από Κύπρια μητέρα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1919-1923) με υποτροφία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, αρχαία ιστορία, κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (1931-1934), απ' όπου πήρε και το διδακτορικό του (1934) με θέμα: «Ευαγόρας Α΄ Βασιλεύς της Σαλαμίνος (411-374/3 π.Χ.)».

Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι αρχίζει από τις τελευταίες δεκαετίες της αγγλικής αποικιοκρατικής διακυβέρνησης της Κύπρου και εκτείνεται στα πρώτα χρόνια της ελεύθερης Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανήκε δηλαδή σε δύο ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες οι εθνικές προσδοκίες του λαού και οι στόχοι της ηγεσίας του διαφοροποιήθηκαν, ιδιαίτερα κατά την τελευταία περίοδο πριν το 1974, λόγω των ιστορικών εξελίξεων.

Ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις δίδαξε ως καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (1923-1931). Κατά το σχολικό έτος 1934-1935 επανήλθε στη θέση του ως καθηγητής των φιλολογικών μαθημάτων, για να διορισθεί το επόμενο σχολικό έτος 1935-1936 στη θέση του υποδιευθυντή και να προαχθεί το 1936 σε Διευθυντή του Παγκυπρίου Γυμνασίου έως το 1960.

Η δραστηριότητά του στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της μεταβατικής περιόδου στοχεύει στην κάθαρση της παιδείας από τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας. Πρώτες του πράξεις ήταν η μετατροπή του Αγγλικού Διδασκαλικού Κολλεγίου σε Παιδαγωγική Ακαδημία κατά τα ελληνικά πρότυπα και με γλώσσα διδασκαλίας την ελληνική, η αναθεώρηση του αναλυτικού προγράμματος των δημοτικών σχολείων, η κατάργηση της διδασκαλίας των αγγλικών και ο καταρτισμός νέων προγραμμάτων για τις Τεχνικές Σχολές. Ανάμεσα στις πρώτες του επιδιώξεις ήταν και η σύσφιγξη των πνευματικών δεσμών της Κύπρου με την Ελλάδα. Προσκαλεί προς τούτο εκπαιδευτικούς εμπειρογνώμονες, πανεπιστημιακούς καθηγητές και ανθρώπους των Γραμμάτων, που συμβουλεύουν, οργανώνουν σεμινάρια και δίδουν διαλέξεις. Πριν ακόμη οι Άγγλοι παραδώσουν επίσημα την εξουσία, μια πρωτοφανής δραστηριότητα άρχισε να αναμορφώνει την ελληνική παιδεία της Κύπρου. Πίσω από την κίνηση αυτή ήταν οι εθνικοί οραματισμοί, η δημιουργική πνοή και η επιστημονική-παιδαγωγική κατεύθυνση που έδιδε η ισχυρή προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι.

Όταν τον Αύγουστο του 1960 η αγγλική αποικιοκρατική Κυβέρνηση παρέδωσε την εξουσία στον εκλεγέντα ήδη Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ', ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις εκλέγεται Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης Κύπρου, η οποία είχε όλες τις αρμοδιότητες για θέματα θρησκείας, παιδείας και πολιτισμού των Ελληνοκυπρίων και παραμένει στη θέση αυτή ως τη διάλυσή της το 1965. Οι αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης περιήλθαν τότε στο νεοσύστατο Υπουργείο Παιδείας, που άρχισε τη λειτουργία του την 1η Απριλίου 1965. Ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως ο πρώτος Υπουργός Παιδείας, θέση την οποία διατήρησε ως το 1970.

Μπορεί αναντίρρητα να λεχθεί ότι επί Σπυριδάκι τέθηκαν οι αρραγείς βάσεις της εκπαίδευσης πάνω στις οποίες εξακολουθεί μέχρι σήμερα να λειτουργεί η κυπριακή εκπαίδευση. Τόσο ως Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης όσο και ως πρώτος Υπουργός Παιδείας, ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις αφιερώνει τις δυνάμεις του στην ανάπτυξη της παιδείας και του πολιτισμού. Η μια εκπαιδευτική καινοτομία διαδέχεται την άλλη. Επεκτείνει τον θεσμό των Τεχνικών Σχολών, για τις οποίες καταρτίζει νέα αναλυτικά προγράμματα, θεσπίζει νόμους για την υποχρεωτική εκπαίδευση καθώς και για τα προσόντα, τους διορισμούς και τις μεταθέσεις των εκπαιδευτικών, υιοθετεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεώργιου Παπανδρέου, αναβαθμίζει την Παιδαγωγική Ακαδημία, στην οποία εισάγεται τριετής κύκλος σπουδών από το 1965, εγκαινιάζει τον διαχωρισμό των εξατάξιων Γυμνασίων σε τριτάξια Γυμνάσια και τριτάξια Λύκεια, εισάγει τον θεσμό της Εκπαιδευτικής Ραδιοφωνίας και της Υπηρεσίας Καθοδηγήσεως και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, ιδρύει στο Υπουργείο Παιδείας Τμήμα Τεχνικής και Γεωργικής Εκπαίδευσης, μεριμνά για την ίδρυση του πρώτου σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες καθώς και για την ίδρυση Γυμνασίων σε αγροτικές περιοχές, εισάγει το θεσμό των προεισαγωγικών εξετάσεων για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια κλπ.

Παράλληλα όμως με την εκπαιδευτική ανακαίνιση, ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις μεριμνά εξίσου δραστήρια και αποτελεσματικά και για την επιστημονική, πολιτιστική και αθλητική ανάπτυξη της Κύπρου. Ιδρύει τη Μορφωτική Υπηρεσία, εκδίδει περιοδικά στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, ιδρύει το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών και το Μουσείο Αγώνος, προωθεί την ίδρυση του Συνδέσμου Ελλήνων Φιλολόγων Κύπρου "Στασίνος", προάγει τις τέχνες και τα γράμματα με την ίδρυση τόσο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου όσο και με την ενίσχυση των πνευματικών και καλλιτεχνικών σωματείων με σκοπό την αναβάθμιση της προσφοράς τους, ιδρύει τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού και γενικά αναλώνει τον εαυτό του για να καταστήσει την Κύπρο ένα πνευματικό και επιστημονικό κέντρο του οικουμενικού ελληνισμού.

Μπορούμε να πούμε ότι ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις ήταν πρωτοπόρος για την εποχή γιατί εσωτερίκευε το ιστορικό παρελθόν και το προέκτεινε στο παρόν προσδίδοντας στη ζωή και στο επιστημονικό, πολιτιστικό, εθνικό και ερευνητικό του μια πρωτοφανή συνέπεια, συνέχεια και ενότητα που σπάνια παρατηρείται σε έργα τόσο μεγάλα και πολυδιάστατα. Συγκέντρωνε, επίσης, ένα σπάνιο συνδυασμό αρετών που του επέτρεψαν να είναι ταυτόχρονα επιστήμονας (θεωρητικός της γνώσης) και ηγέτης (άνθρωπος των έργων, οι αποφάσεις του οποίου τύγχαναν σεβασμού και γενικής αποδοχής). Παράλληλα διέθετε όραμα για την παιδεία και για τον πολιτισμό το οποίο βασιζόταν πάνω στις βαθιές του γνώσεις για το αντικείμενο της εργασίας του το οποίο μετατρεπόταν σε στόχους πολιτικής και σε στρατηγική υλοποίησής τους. Το εκπαιδευτικό και επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι έχει ήδη εκτιμηθεί από τους ειδικούς και καταξιωθεί ως ένα πρωτοποριακό και καινοτόμο έργο, ως ένα έργο το οποίο έθεσε τις γερές βάσεις πάνω στις οποίες κτίστηκαν πολλά από τα μετέπειτα επιτεύγματα της κυπριακής εκπαίδευσης και επιστημονικής έρευνας.

Οι συγκλίνουσες εντυπώσεις, αναμνήσεις και μαρτυρίες από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και από όλους τους χώρους όπου έδρασε ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις, καθώς και οι άμεσα ζωντανές εμπειρίες όλων όσοι τον γνώρισαν από κοντά, ως συνεργάτες υφιστάμενοι και ως μαθητές, συνηγορούν στην καθολική αναγνώριση μιας καταξιωμένης εκπαιδευτικής προσωπικότητας και προσφοράς.

Καθώς ο ευρυμαθής, κλασικός, δυναμικός φιλόλογος συμπληρωνόταν με τον εμβριθή μελετητή της παιδαγωγικής επιστήμης, της αρχαίας ιστορίας, της φιλοσοφίας και της γλωσσολογίας, ο Σπυριδάκις - που κατά τους κριτικούς της ζωής και του έργου του θα μπορούσε να κατέχει και θέση πανεπιστημιακού πρυτάνεως - αξιώθηκε μιας ανοδικής σταδιοδρομίας.

Επίκεντρο της δράσης του υπήρξε, από το 1923 μέχρι το 1960, το Παγκύπριο Γυμνάσιο, με το οποίο συνέδεσε κυριολεκτικά τη ζωή του. Όλα αυτά τα χρόνια, με συνεχή προβληματισμό και στοχασμό πάνω στους γενικούς και ειδικούς στόχους της εκπαίδευσης, με συστηματική και αφοσιωμένη εργασία, ανήγαγε το Παγκύπριο Γυμνάσιο σε πρότυπο εκπαιδευτικό ίδρυμα μέσης εκπαίδευσης, με πλατιά εκπαιδευτική και πολιτιστική ακτινοβολία, ώστε να θεωρείται το πρώτο γυμνάσιο της Κύπρου και ανάμεσα στα πρώτα, ίσως το πρώτο, του ελληνισμού.

Παρόλη την εμμονή του στις κλασικές σπουδές, το 1943 πρότεινε την ίδρυση τεσσάρων τύπων σχολείου, Εμπορικού, Γεωργικού, Βιομηχανικού και Τεχνικού. Ήδη μιλούσε από τότε και για νυκτερινά γυμνάσια, για εξύψωση του μορφωτικού επιπέδου της γυναίκας και για ειδική μόρφωση του κλήρου. Επίσης, χαιρέτισε το 1964 τη μεταρρύθμιση Παπανδρέου γιατί υποστήριζε ότι η εκπαιδευτική πολιτική πρέπει να είναι πρωτίστως εθνική. Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, με γυμνασιάρχη τον Σπυριδάκι, δημιουργήθηκαν θεσμοί, τους οποίους εφάρμοσαν αργότερα όλα τα σχολεία της Κύπρου. Ιδρύθηκε Τμήμα Θετικών και Εμπορικών Επιστημών, οικοτροφεία, Σύνδεσμος Γονέων, μαθητικοί όμιλοι, εργαστήρια και αίθουσες διδασκαλίας, η προγυμνασιακή τάξη, δανειστικό τμήμα στη Σεβέρειο Βιβλιοθήκη, βιβλιοθήκες τάξεων και άρχισε να εκδίδεται το περιοδικό "Μαθητική Εστία".

Ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις θεμελίωσε τη σύγχρονη εκπαιδευτική και πολιτιστική ζωή της Κύπρου. Μας άφησε, συγχρόνως, και ένα ογκώδες επιστημονικό και παιδαγωγικό συγγραφικό έργο με επίκεντρο τις κυπριολογικές σπουδές και την ελληνική παιδεία. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του στη μελέτη της Ιστορίας της Αρχαίας Κύπρου, που υπήρξε και το τελευταίο του έργο, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του από την Ακαδημία Αθηνών το 1986.

Η περίοδος 1960-1974 είναι ακόμη περίοδος στενότατης σύνδεσης της εκπαίδευσης της Κύπρου μ' εκείνη της Ελλάδας. Η έμφαση είναι στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη ταύτιση, με μικρές μόνο αποκλίσεις που επιβάλλονται από επιτακτικές τοπικές οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες. O αρθρωνόμενος λόγος γύρω από την εκπαιδευτική πολιτική είναι κατά την περίοδο αυτή περισσότερο πολιτικός, με την έννοια του ιδεολογικού και εθνικού, παρά εκπαιδευτικός. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα εκπαιδευτικών θεσμών και παι­δαγωγικών προτάσεων, αλλά γύρω από το πόσες και ποιας μορφής αποκλίσεις από το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα επιτρέπονται εθνικά. Δεν τίθεται καθόλου υπό αμφισβήτηση το αν η ελληνοκυπριακή εκπαίδευση πρέπει να ταυτίζεται προς την ελλαδική. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο που συζητείται είναι αν πρέπει να ταυτίζεται πλήρως, δηλαδή όχι μόνο στους σκοπούς, τους στόχους και στον προσανατολισμό αλλά και στα μέσα, δηλαδή τα αναλυτικά προγράμματα, τα βιβλία, τους κανονισμούς εξετάσεων κ.λπ. ή μόνο στους σκοπούς και στόχους και να αφήνεται ελευθερία ως προς τα μέσα. Η συζήτηση διεξάγεται στην αρχή μόνο μεταξύ εκπαιδευτικών, τόσο γιατί βάσει του Συντάγματος του 1960 η ευθύνη για την εκπαίδευση δεν ανατέθηκε στην Κυβέρνηση αλλά στην Ελληνική και την Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση, οι οποίες ήταν αρμόδιες «επί πάντων των θρησκευτικών θεμάτων [και] επί πάντων των εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων», όσο και γιατί δεν είχε φτάσει ακόμη στην Κύπρο η θεωρία περί ανθρώπινου κεφαλαίου και περί της εκπαίδευσης ως σημαντικής επένδυσης. Είναι χαρακτηριστικό πως στο Πρώτο Πενταετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης της Κύπρου (1961-1966) δεν έγινε κανένας λόγος για ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Όταν όμως επικράτησε η θεωρία περί ανθρώπινου κεφαλαίου, η συζήτηση για την εκπαιδευτική πολιτική επεκτάθηκε και, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρατηρήθηκε διαφωνία ακόμη και μεταξύ Υπουργών της ίδιας Κυβέρνησης.

Ο ιδεολογικοπολιτικός και φιλοσοφικός προσανατολισμός της κυπριακής εκπαίδευσης αμέσως μετά την ανεξαρτησία, είναι περισσότερο εναρμονισμένος με την ελληνική εκπαιδευτική πολιτική που προσέδωσε στην εκπαίδευση έναν ιδεολογικοπολιτικό και ηθικοθρησκευτικό προσανατολισμό. Το διακύβευμα, αμέσως μετά την κυπριακή ανεξαρτησία, ήταν η Ένωση με την Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα, η μετακένωση, της ελληνικής παιδείας στο νεοσύστατο κράτος ως νομική οντότητα για να του ενισχύσει τα ελληνοκεντρικά και εθνικά του χαρακτηριστικά (Περσιάνης:1996). Αυτό θα μετουσιασθεί σε μια πολιτική ταύτιση με το εθνικό κέντρο. Έτσι, αντιγράφονται, υιοθετούνται και εισάγονται στην Κύπρο, ενίοτε άκριτα, ό,τι το εθνικό κέντρο εφάρμοζε. Και, βέβαια, ιδανικός εκφραστής αυτής της πολιτικής δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από έναν κλασικό φιλόλογο, τον Κ. Σπυριδάκι. Ο τελευταίος θα υποστηρίξει «την καλλιέργεια μέσω της εκπαίδευσης, της πίστης στην ελληνική παράδοση και τον πολιτισμό, στα ελληνικά εθνικά ιδεώδη και στην Ελλάδα, η οποία θεωρείται ως μητέρα πατρίδα, αφού συνδέεται με την Κύπρο με δεσμούς καταγωγής, αίματος, γλώσσας και θρησκείας». Ακόμη, ο Σπυριδάκης πρεσβεύει ότι «η κυπριακή εκπαιδευτική πολιτική υπήρξε πάντοτε η εκπαιδευτική πολιτική της Ελλάδας».

Με βάση αυτόν τον εθνοκεντρικό προσανατολισμό της κυπριακής εκπαίδευσης, αμέσως μετά την ανεξαρτησία, η απο-αποικιοποίηση της νήσου συνδέθηκε με την προσπάθεια ολικής μετακένωσης της ελληνικής παιδείας στο νεοσύστατο κράτος. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής θα επιχειρηθεί η «εξελλήνισις της στοιχειώδους παιδείας» με στόχο την αγωγή «βάσει του ιδεώδους του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».

Οι υποστηρικτές της πλήρους ταύτισης προέβαλλαν κυρίως τους εθνικούς και πο­λιτιστικούς δεσμούς της Κύπρου με την Ελλάδα και υποστήριζαν πως μεγάλες απο­κλίσεις από το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα θα οδηγούσαν σε αποκοπή από τον εθνικό κορμό. Μια τέτοια πράξη, σύμφωνα με τον Υπουργό Παιδείας Κ. Σπυριδάκι (1965-1970), θα ήταν «απαράδεκτος και προδοτική του εθνισμού μας». Το σκεπτικό της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης Κύπρου (ΕΚΣΚ) γι΄ αυτή την ενέργεια ημερομ. 25 Ιουνίου 1964 ήταν πολύ χαρακτηριστικό της πολιτικής αυτής. Προέβλεπε τα εξής:

«ΕΠΕΙΔΗ η παιδεία αποτελεί βάσιν της εθνικής των Ελλήνων παραδόσεως και ανυπέρβλητον αξίαν εις την δημιουργικήν πορείαν του έθνους και ΕΠΕΙΔΗ η παιδεία των ελληνοπαίδων της Κύπρου, επί αιώνας αγωνισαμένη κατά μυρίων επιβουλών προερχομένων εκ των εκάστοτε κατακτητών της νήσου, διετήρησεν ακμαίον τον εθνικόν αυτής χαρακτήρα επιτυχούσα μετά τον επικόν αγώνα 1955-1959 την Πλήρη αυτής απελευθέρωσιν και ΕΠΕΙΔΗ η εθνική παιδεία της Κύπρου είναι ανεξάρτητος πολιτικών σχημάτων, το δε μέλλον αυτής είναι συνυφασμένον μετά του εθνικού μέλλοντος της Κύπρου και ολοκλήρου του έθνους, ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις αποφασίζει όπως η εν Κύπρω παιδεία ταυτισθή ως προς τας κατευθύνσεις και τα προγράμματα προς την εν Ελλάδι εισαγομένην εκπαιδευτικήν μεταρρύθμισιν».

Τέσσερα χρόνια προηγουμένως ο ίδιος, ως Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, είχε προωθήσει την άμεση εισαγωγή στην Κύπρο της Ελληνικής Εκπαιδευτικής Με­ταρρύθμισης του 1964. Πρόκειται για μια σύντομη «πολιτική άνοιξη» στην ελληνική εκπαίδευση της περιόδου 1964/65 με την καθιέρωση της δωρεάν παιδείας, της δημοτικής γλώσσας, της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, των τρίχρονων Παιδαγωγικών Ακαδημιών, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Πρόεδρος ο Ιωάννης Κακριδής), των μαθητικών συσσιτίων κ.ά. Πολλές από τις παραπάνω ρυθμίσεις υιοθετούνται από την Κυπριακή Δημοκρατία (π.χ., τρίχρονες Ακαδημίες, εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση), που, μάλιστα, δεν ανατρέπονται, όπως στην Ελλάδα με την αποστασία του 1965 και τη χούντα του 1967. Και, βέβαια, η περίοδος της αποδόμησης της μεταρρύθμισης το 1964/65 συμπίπτει με σημαντικές πολιτικές και πολιτειακές μεταβολές – ανατροπές στην Κύπρο (διάλυση της προβλεπόμενης από τις συνθήκες Ζυρίχης/Λονδίνου Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και ίδρυση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, το 1969) που διαμορφώνουν ένα κρατικό, γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης με αγγλικές και ελληνικές επιρροές.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, στην Κύπρο διατυπώνεται και η αντίληψη του «περιορισμένου απογαλακτισμού» από το εθνικό κέντρο χωρίς αποκοπή από την εθνική παράδοση (Σοφιανός:1986). Αυτό, με το επιχείρημα ότι «η κυπριακή εκπαιδευτική πράξη δεν πρέπει να ακολουθεί κατ’ ανάγκη τις αλλοπρόσαλλες αλλαγές που γίνονται κάθε τόσο στην Ελλάδα για καθαρά κομματικούς λόγους και για πολιτικές σκοπιμότητες». Η περιπέτεια και η ανατροπή της μεταρρύθμισης του 1964/65 στην Ελλάδα αλλά και των προηγούμενων (1913/17, 1929/32) δίνουν, βέβαια, ισχυρά νομιμοποιητικά επιχειρήματα στην άποψη αυτή.

Οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ ότι, ακόμη και σ’ αυτήν την πρώτη μετα-αποικιακή περίοδο με τον έντονο ελληνοκεντρικό-εθνοκεντρικό προσανατολισμό, ο εκπαιδευτικός λόγος που αρθρώνεται στην ανεξάρτητη πλέον Κύπρο έχει ενδιαφέρουσες αποκλίσεις από τον ελληνικό, αλλά συγκλίνουσες με το διεθνή σχετικό θεωρητικό προβληματισμό (θεωρίες ανθρώπινου κεφαλαίου). Στο κλασικό ερώτημα του Spencer, το 1858, «ποια γνώση έχει τη μεγαλύτερη αξία», οι απαντήσεις στην Κύπρο δεν είναι ίδιες ανάμεσα στους υποστηρικτές της ταύτισης της κυπριακής με την ελληνική εκπαίδευση. Έτσι, όσον αφορά, π.χ. το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην κλασική και την τεχνική εκπαίδευση, ο τότε Υπουργός Εργασίας και μετέπειτα Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, αλλά και πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου, όπως το ΑΚΕΛ, διαφωνούσαν με τον Υπουργό Παιδείας Σπυριδάκι. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος υποστήριζε τη λειτουργία ανεξάρτητων σχολείων στα οποία οι «μαθητές να απαλλάσσονται από τα μαθήματα γενικής γνώσης που προσφέρονται στα Γυμνάσια αλλά που είναι άχρηστα γι’ αυτούς» (Περσιάνης:1981).

Διαπιστώνει έτσι κανείς ότι μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας διαμορφώνεται και ένα ισχυρό ρεύμα που, επηρεασμένο από τις θεωρίες του ανθρώπινου κεφαλαίου και την αγγλοσαξωνική παράδοση, δίνει έμφαση στην οικονομική αποτελεσματικότητα του σχολείου, την εργαλειακή γνώση. Στην Κύπρο, μετά την ανεξαρτησία, οι υποστηρικτές που δίνουν έμφαση στον οικονομικό ρόλο του σχολείου, στην εργαλειακή – χρηστική γνώση, κυριαρχούν. Έτσι, ενώ σε επίπεδο επίσημου εκπαιδευτικού λόγου (πολιτική Σπυριδάκι) στη δεκαετία του ’60 κυριαρχεί ο εθνοκεντρισμός – ελληνοκεντρισμός και η κλασική ανθρωπιστική παιδεία, στην εκπαιδευτική πράξη ιδρύονται σχολές (όπως, π.χ. το δασικό κολλέγιο) με κέντρο βάρους την κατάρτιση και όχι την κλασσική ανθρωπιστική παιδεία. Αυτός ο ισχυρισμός τεκμηριώνεται περισσότερο και από την πορεία της μεταλυκειακής εκπαίδευσης στην Κύπρο, (Ίδρυση Κολλεγίων-Θεοφιλίδης:2010) με σαφώς επαγγελματικό προσανατολισμό ήδη από τη δεκαετία του ’60. Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να ερμηνεύσει μια αντίφαση, δηλαδή την επιβολή της αγγλικής γλώσσας στα κολλέγια, την ίδια περίοδο που ο εθνοκεντρισμός και οι «όρκοι πίστης» του Σπυριδάκι στο ελληνικό έθνος και την ελληνική γλώσσα είναι σε έξαρση. Το θέμα αυτό έχει άμεση σχέση με τη διαμάχη που υπέβοσκε καθόλη τη διάρκεια της πεντηκονταετίας μεταξύ πολιτικού και οικονομικού παράγοντα στα πολιτικά της εκπαίδευσης, η οποία μερικές φορές πήρε τον χαρακτήρα της σύγκρουσης μεταξύ ελληνοκεντρικού και κυπροκεντρικού προσανατολισμού. Αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε το δίλημμα κατά πόσο η Κύπρος έπρεπε να συνεχίσει να εφαρμόζει πλήρως τα ελληνικά εκπαιδευτικά προγράμματα, όπως έκανε για εκατόν πενήντα χρόνια, όταν ήταν υπόδουλη στους Τούρκους και στους Άγγλους, ή να εισαγάγει καινούριες μορφές εκπαίδευσης οι οποίες θα την βοηθούσαν στην ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη. Θερμοί υποστηρικτές αυτής της δεύτερης άποψης ήταν οι τότε Υπουργοί Εργασίας και Οικονομικών Τάσσος Παπαδόπουλος και Ρένος Σολομίδης, οι οποίοι, επηρεασμένοι από την κυρίαρχη τότε οικονομική θεωρία του Ανθρώπινου Κεφαλαίου, υποστήριξαν όχι μόνο την ίδρυση νέων Τεχνικών Σχολών αλλά και τη μετατροπή ενός αριθμού κλασικών γυμνασίων σε Τεχνικές Σχολές. Οι ίδιοι έπεισαν το Υπουργικό Συμβούλιο να λάβει απόφαση για συμπερίληψη της εκπαίδευσης στις παραγωγικές δραστηριότητες του κράτους και να εντάξει τον προγραμματισμό της στα πενταετή προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης, αρχής γενομένης από το Β΄ Πενταετές Πρόγραμμα (1967-1971). Μέσα στα πλαίσια αυτά ιδρύθηκαν, επίσης, με οικονομική βοήθεια του United Nations Development Program (UNDP) δημόσιες σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΤΙ, Ξενοδοχειακή Σχολή) για τις οποίες η ευθύνη δεν ανατέθηκε στο Υπουργείο Παιδείας αλλά στο Υπουργείο Εργασίας. Στους σχεδιασμούς αυτούς αντιτάχθηκε με σφοδρότητα ο Υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Σπυριδάκις με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα πραγματικό σχίσμα στο Υπουργικό Συμβούλιο κατά την περίοδο 1967-1970 όσον αφορά στην εκπαιδευτική πολιτική.

Ο κυριότερος υποστηρικτής της ιδέας εισαγωγής σημαντικών αποκλίσεων ήταν ο γυμνασιάρχης (1961-1970) του Παγκυπρίου Γυμνασίου, του ιδίου σχολείου στο οποίο είχε υπηρετήσει και ο Κ. Σπυριδάκις, και μετέπειτα (1970-1972) ο Υπουργός Παιδείας Φ. Πετρίδης.

Οι απόψεις του Φ. Πετρίδη μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:
(α) το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι απαρχαιωμένο, τα αναλυτικά προγράμματά του είναι υπερφορτωμένα, η διδακτική ύλη «αφαντάστως υπέρογκος», τα σχολικά βιβλία «δεν ανταποκρίνονται τα πλείστα εις τον προορισμόν των» και λείπει η εξειδίκευση.
(β) η Κύπρος, ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα δικαιούται να εισαγάγει δική της εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Μια τέτοια ενέργεια νομιμοποιείται και από το γεγονός ότι στην Κύπρο υπάρχουν διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, αλλά και από το χρέος της Κύπρου να επιδείξει «και εις τον τομέα της παιδείας αρετήν και τόλμην» ανάλογες εκείνων που επέδειξε κατά τον αγώνα του 1955-1959.
(γ) η κυπριακή εκπαίδευση προηγείται ήδη της ελληνικής σε θέματα δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης και οι συνθήκες στην Κύπρο είναι τέτοιες (μεγαλύτερη οικονομική ευρωστία) που «μπορούν οι μεταρρυθμίσεις εις τον ελληνικόν χώρον να ξεκινήσουν από την Κύπρον».
(δ) οι αποκλίσεις για τις οποίες γίνεται πρόταση να εισαχθούν είναι αποκλίσεις στα διδακτικά μέσα και όχι στους σκοπούς και τους στόχους. Διασφαλίζεται έτσι ότι ο χαρακτήρας της εκπαίδευσης θα παραμείνει ελληνικός.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1968 ενεπλάκησαν στη διαμάχη και πολιτικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και Υπουργοί, οπαδοί της αντίληψης του ανθρώπινου κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό ο λόγος εμπλουτίστηκε και με οικονομικά επιχειρήματα. Στο επιχείρημα της ανάγκης διατήρησης των πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δεσμών με την Ελλάδα αντιτάχθηκε τώρα το επιχείρημα της ανάγκης συμβολής της εκπαιδευτικής πολιτικής στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κύπρου.

Δύο από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του επιχειρήματος αυτού ήταν ο Υπουργός Οικονομικών Ρ. Σολομίδης και ο Υπουργός Εργασίας Τ. Παπαδόπουλος, (μετέπειτα Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2003-2008). Οι δύο Υπουργοί υπογράμμιζαν στις ομιλίες τους τον σημαντικό ρόλο της εκπαίδευσης στην κατάρτιση του απαραίτητου για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού του νησιού και υποστήριζαν πως έπρεπε μερικά από τα λειτουργούντα κλασικά σχολεία να αντικατασταθούν από Τεχνικές Σχολές. Οι απόψεις αυτές τους έφεραν σε σύγκρουση με τον Υπουργό Παιδείας. Η διαμάχη αυτή, που κράτησε τρία περίπου χρόνια και δημιούργησε πραγματικό σχίσμα στο Υπουργικό Συμβούλιο, τερματίστηκε το 1970 με την υιοθέτηση από το Υπουργικό Συμβούλιο της πιο κάτω συμβιβαστικής πρότασης:

α) η ελληνική κυπριακή εκπαίδευση σκοπό είχε και έχει την αγωγή βάσει των ιδεωδών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
β) η ελληνική κυπριακή εκπαίδευση πάντοτε υπήρξε και θα εξακολουθήσει να είναι προσαρμοσμένη στην ελληνική εκπαίδευση.
γ) ορισμένες παραλλαγές επιβάλλονται για αντιμετώπιση τοπικών συνθηκών και αναγκών, οι οποίες όμως δεν θα αλλοιώνουν τους πιο πάνω σκοπούς και θα απο­φασίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Οι εποχές έχουν αλλάξει πολύ. Η παλιά οργάνωση του κόσμου στον οποίο ζούσε ο Κ. Σπυριδάκις δεν υπάρχει πια. Σήμερα δεν υπάρχουν σύνορα ή όρια και η Κύπρος, παρά την κατοχή, είναι μαζί με πολλές άλλες χώρες πλήρες μέλος της ΕΕ. Στο νέο αυτό κόσμο μόνο οι δημιουργικές ανοικτές κοινωνίες θα επιβιώσουν. Δημιουργική είναι η κοινωνία που μπορεί να διαχειρίζεται τα προβλήματα της με τρόπο που:
· να διασφαλίζεται η ύπαρξή της,
· να εξασφαλίζεται η συνοχή και η δυναμική αρμονία στη λειτουργία της, μπορεί να αναπροσαρμόζεται στις αλλαγές χωρίς να απειλείται η ύπαρξή της ή η δυναμική της αρμονία,
· να αλληλεπιδρά με ασφάλεια με τις άλλες κοινωνίες και να έχει εποικοδομητική γόνιμη σχέση ανταλλαγών μαζί τους,
· οι άλλοι την αναγνωρίζουν ως δημιουργική κοινωνία.

Για να ικανοποιηθούν οι όροι αυτοί, η κοινωνία πρέπει να μπορεί να επινοεί λύσεις για τα προβλήματά της που μπορούν να την οδηγούν μπροστά, ικανοποιώντας τις ανάγκες των πολιτών της. Με τη σειρά της, η επινόηση λύσεων προϋποθέτει ότι η κοινωνία αξιοποιεί τα άτομα, τους δικούς της πολίτες, σε συνθήκες συνεργασίας και αλληλεγγύης κατά τρόπο που ο καθένας αισθάνεται ότι αυτοπραγματώνεται προσφέροντας ιδέες και λύσεις και τιμάται για αυτές. Αξιοποίηση των ατόμων απαιτεί θεσμούς και μηχανισμούς που επιτρέπουν στα άτομα να δημιουργούν και στην ηγεσία να υιοθετεί και να μετατρέπει τις ιδέες σε πολιτική και πλούτο.
Στην εποχή μας, ο βασικός θεσμός διασφάλισης της δημιουργικότητας της κοινωνίας είναι η παιδεία σε όλο το φάσμα της, από την προδημοτική ως την μεταπτυχιακή εκπαίδευση.

Η πολιτική μας σήμερα για την παιδεία μας καθοδηγείται από το όραμα της ανοικτής δημιουργικής κοινωνίας. Ειδικότερα, το όραμα που έχει το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για την παιδεία μας στηρίζεται στις μεγάλες αξίες του ελληνικού και του ευρωπαϊκού πολιτισμού και επιχειρεί να τις μεταγράψει ώστε να έχουν νόημα για μια σύγχρονη ανοικτή δημιουργική δημοκρατία. Ειδικότερα, φέρνει πίσω ισχυρότερο τον κλασικό ορθό λόγο και τον ουμανισμό, την επικέντρωση στο άτομο, στην αυτοπραγμάτωση μέσα από την καλλιέργεια της αυτογνωσίας και της αναζήτησης του νοήματος για τον κόσμο. Επίσης, μέρος του οράματος είναι η κοινωνική αλληλεγγύη, η κοινωνική προσφορά και η δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, η παιδεία μας κατευθύνεται προς τις πιο κάτω μεγάλες αξίες:

· Σεβασμός στην αξία του Ανθρώπου ανεξάρτητα από την καταγωγή του, το χρώμα του, τη χώρα προέλευσής του, τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τις παραδόσεις και τις συνήθειές του, το είδος της εργασίας του κλπ. Συνεπώς, σεβασμός στον κάθε πολιτισμό.
· Διατήρηση ενός σταθερού συστήματος αναφοράς που προκύπτει από τη δική μας παράδοση, τη δική μας ιστορία και τον δικό μας πολιτισμό. Η αγάπη για την ελευθερία και τη δημοκρατία και η περηφάνια που προκύπτει από τους αγώνες των Ελλήνων γι’ αυτές είναι υπέρτατα αγαθά που η παιδεία μας πρέπει να καλλιεργεί. Αυτό το σύστημα βρίσκεται σε δημιουργικό διάλογο με όλους τους πολιτισμούς της Ευρώπης και του κόσμου, προφανώς και με όλους τους πολιτισμούς που βρίσκονται στην Κύπρο. Πρέπει να κατανοείται ότι οι πολιτισμοί που διατηρούνται στο πέρασμα της ιστορίας είναι εκείνοι που αντλούν μαθήματα και από τις επιτυχίες τους και από τα λάθη τους και είναι ανοικτοί να ενσωματώσουν τα θετικά στοιχεία των άλλων πολιτισμών.
· Κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος στο οποίο θα ζήσουν οι νέοι μας και κατοχή όλων των ικανοτήτων, των γνώσεων και των δεξιοτήτων που χρειάζονται για να ζήσουν σε αυτό, να δημιουργούν και να διακρίνονται. Πρέπει επομένως να γνωρίζουν την Ευρώπη, τόσο ως πολιτικό πλαίσιο που παράγει πολιτική και διαμορφώνει την καθημερινότητα όσο και ως χώρο ποικιλίας μέσα στον οποίο ζούμε και κινούμαστε. Αν οι νέοι μας μπορούν να συζητήσουν με όλους εκείνους που ανέφερα παραπάνω, εύκολα θα μπορούν να κατανοήσουν το σημερινό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.
· Κατανόηση της κοινωνίας της γνώσης. Η σύγχρονη κοινωνία έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά που δεν είχαν οι κοινωνίες των προηγούμενων εποχών. Ειδικότερα, από τη μια, εξαρτάται από την επιστήμη για την κατανόηση του κόσμου και την ανάλυση των προβλημάτων σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο. Η επιστήμη είναι σήμερα η κύρια πηγή γνώσης για τον κόσμο αλλά, πολύ περισσότερο, η κύρια μέθοδος ελέγχου της γνώσης. Μαζί με την αυξανόμενη επικράτηση της επιστήμης ήρθε η αυξανόμενη χρήση περίπλοκων τεχνολογιών σε καθημερινή βάση. Από την άλλη, όλα αλλάζουν γρήγορα: γνώσεις, μέθοδοι, αντικείμενα και όργανα. Η ταχύτητα με την οποία μπορούμε να μάθουμε για τις αλλαγές είναι ανάλογη με την ταχύτητα με την οποία συμβαίνουν οι αλλαγές. Γι' αυτό ο σημερινός αλφαβητισμός δεν είναι απλώς η ανάγνωση, η γραφή και η στοιχειώδης αριθμητική. Είναι η από πολύ νωρίς κατανόηση και σύνθεση εννοιών που αφορούν τη ζωή μας (π.χ. επιλογές ζωής, όπως είναι οι σπουδές και το επάγγελμα, πολιτικές επιλογές και επιλογές που αφορούν την καθημερινή διαβίωση, όπως είναι η διατροφή, η υγεία, κλπ.)
· Η κοινωνία της ανοικτής και πληθωριστικής πληροφόρησης. Μαζί με την κοινωνία της γνώσης ήλθε η κοινωνία της ανοικτής πληροφόρησης και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Οι αρχές της πληροφόρησης και οι σκοποί των ΜΜΕ δεν συμπίπτουν και συχνά συγκρούονται με τις αρχές αναζήτησης και ελέγχου της αλήθειας που χαρακτηρίζουν την επιστήμη. Συχνά, αν όχι συνήθως, η πληροφόρηση δεν έχει σκοπό να προσθέσει γνώση στο τι ο πολίτης ήδη γνωρίζει, αλλά να διαμορφώσει σε αυτόν εντυπώσεις και να του δημιουργήσει ψευδαισθήσεις, που είναι βολικές για τον πομπό του μηνύματος. Ύστατος σκοπός είναι να «πεισθεί» ο πολίτης ότι μια συγκεκριμένη ερμηνεία των πραγμάτων είναι πιο καλή, πιο σωστή, πιο συμφέρουσα. Η τηλεόραση, οι εφημερίδες, το διαδίκτυο προσφέρουν διαρκώς συγκρουόμενες «αλήθειες» που δεν πρέπει να υιοθετούνται χωρίς επεξεργασία. Η εκπαίδευση πρέπει να μορφώσει και να ασκήσει τον πολίτη στο να αξιολογεί τις πληροφορίες, ώστε να διαχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα, το ακριβές από το ανακριβές, το πλαστό από το γνήσιο. Μόνο έτσι θα μπορεί να επιλέγει για να μην παραπλανάται και να συνθέτει ανάλογα με τις ανάγκες.
· Αυτοπραγμάτωση έναντι των κοινωνικών αναγκών, δηλαδή επίτευξη κριτικής στάσης απέναντι σε όλους και σε όλα και ικανότητες αυτοαξιολόγησης και αυτορρύθμισης, ώστε το άτομο να παίρνει την κάθε στιγμή τις σωστές αποφάσεις για τη ζωή του, με βάση τις ικανότητες και τα ταλέντα του αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες.

Με άλλα λόγια πρέπει να ετοιμάζουμε πολίτες που να είναι δημιουργικοί, κριτικοί, στοχαστικοί, ικανοί να σκέφτονται θεωρητικά και να μπορούν να μετατρέπουν τη θεωρία σε πράξη, να αναλύουν και να σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα, να επινοούν έννοιες, θεωρίες και λύσεις. Να μπορούν να εργάζονται ομαδικά σαν ένας, χωρίς να χάνουν τη αίσθηση της ξεχωριστής παρουσίας του καθενός. Επίσης, να έχουν τη δυνατότητα να μετατρέπουν, καθώς θα περνούν τα χρόνια, τη γνώση τους σε σοφία που μπορεί να γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον για το κοινό καλό και θα επιτρέπει τη λύση των διαφορών με τρόπο εποικοδομητικό για όλους. Πιστεύουμε ότι ο Κ. Σπυριδάκις, αν ήταν σήμερα ο Υπουργός Παιδείας της Κύπρου θα συμμεριζόταν το όραμα αυτό. Του το προσφέρουμε ως τιμή στην μνήμη του. Ας είναι αιώνια η μνήμη του.