29/3/13

Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη στο 50ό Ετήσιο Συνέδριο της ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ., στη Λευκωσία 29/03/2013

Αγαπητοί σύνεδροι,

Σε αυτές τις πρωτόγνωρα δύσκολες ημέρες και ώρες που βιώνει η πατρίδα μας, προσφωνώ σήμερα το 50ό Συνέδριο της ΠΑΣΥΔΥ, μιας ιστορικής οργάνωσης εργαζομένων της δημοσιοϋπαλληλικής τάξης.

Βρισκόμαστε μπροστά στις πιο κρίσιμες αποφάσεις που χρειάστηκε να λάβει η κυπριακή πολιτεία μετά την τουρκική εισβολή. Οι ευθύνες είναι βαρύτατες. Η αμέλεια και οι λανθασμένοι χειρισμοί οδήγησαν την οικονομία της πατρίδας μας ένα βήμα από την καταστροφή. Παραλάβαμε ένα κράτος χρεοκοπημένο και βρεθήκαμε μπροστά στον ορατό κίνδυνο της κατάρρευσης της οικονομίας μας.

Λυπούμαι που θα είμαι κριτικός, δεν ήταν και δεν είναι η πρόθεσή μου να αποδίδω ευθύνες, αλλά χρειάζεται και μια δόση αυτοκριτικής από όλους. Από όλους όσοι είχαν την ευθύνη διαχείρισης της οικονομίας μας τα προηγούμενα χρόνια. Πιστεύω πως πλείστες των αποφάσεων πέραν και μακριά από το καλώς νοούμενο συμφέρον της πατρίδας οδήγησαν στο να υποθηκευτεί το μέλλον της πατρίδας μας.

Διατήρησαν μια τράπεζα χρεοκοπημένη για εννέα ολόκληρους μήνες, με απορρόφηση που φτάνει στα 11 δις από τον Μηχανισμό Στήριξης, για να μην πάρουν αποφάσεις μέχρι να εκλεγεί η νέα Κυβέρνηση. Θέλω να επισημάνω πως για τα 10 δις που χρειάζεται το κράτος, μας έχουν επιβάλει δυσβάστακτους και οδυνηρούς όρους. Ειλικρινά διερωτώμαι πόσο σοβαρή ήταν η θέση εκείνων των Αρχών που επέτρεπαν να χρηματοδοτείται μια χρεοκοπημένη τράπεζα με το ανάλογο ή και υψηλότερο ποσό, για να φτάνει η ανάγκη αναχρηματοδότησης μιας τράπεζας και όχι ενός κράτους στα 11 δις.

Δεν θέλω να πω περισσότερα, δεν θέλω να προκαλέσω κανέναν. Έχω πει και στο διάγγελμα μου προς τον λαό πως δεν είναι η ώρα να αρχίσουμε το ποιος φταίει λιγότερο ή περισσότερο. Αυτό που γνωρίζω είναι πως οι πολιτικές δυνάμεις ήταν πάντοτε πρόθυμες να συμπαρασταθούν στην Κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αλλά και να μοιραστούμε. Να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα με ορθές αποφάσεις, αλλά και να μοιραστούμε, αν απαιτείτο, το πολιτικό κόστος.

Η κατάσταση, θα πρέπει να ομολογήσω, ήταν ήδη τραγική από την αρχή της ανάληψης της διακυβέρνησης του τόπου. Ας μην ξεχνά κανείς πως μόλις 29 μέρες βρισκόμαστε στην εξουσία και ας μην αποδίδουν εύκολα ευθύνες σε εκείνους που καλούνται να διαχειριστούν μια κατάσταση εκτός ελέγχου.

Όπως ανέφερα και στο διάγγελμα μου προς τον κυπριακό λαό το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, η κατάσταση της οικονομίας και του τραπεζικού μας συστήματος επιδεινώθηκε δραματικά, στο διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη συμφωνία που επετεύχθη στις Βρυξέλλες για την έγκριση της δανειακής σύμβασης, αλλά και του προγράμματος διάσωσης, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία του κράτους.

Η συμφωνία στην οποία καταλήξαμε, μετά τις δραματικές ώρες που βιώσαμε όλοι μας την περασμένη βδομάδα, είναι χωρίς αμφιβολία οδυνηρή. Κανένας, μα κανένας δεν μπορεί να παραγνωρίσει την αναλγησία των εταίρων. Και θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντι στον λαό. Πρωτόγνωρες αξιώσεις που οδηγούν ή υποχρεώνουν την Κύπρο να αποτελέσει ένα πείραμα το οποίο είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αποδώσει τα όσα με άλλους τρόπους θα μπορούσε να επιτύχει. Όμως, πιστεύω ακράδαντα πως ο λαός μας μέσα από αυτή τη δοκιμασία, μέσα από την αποφυγή περαιτέρω μέτρων που οπωσδήποτε θα έβαλλαν κατά κύριο λόγο κατά εκείνων που πάντοτε επιλέγουμε να τιμωρούμε, δηλαδή τη δημοσιοϋπαλληλική τάξη, θα ξαναβρεί την πορεία του διότι είμαστε αποφασισμένοι ως Κυβέρνηση να προχωρήσουμε σε συγκεκριμένα μέτρα έτσι ώστε να ενθαρρύνουμε, να δώσουμε τα κίνητρα εκείνα που σύντομα μέσα από επενδύσεις και εγχώριες και ξένες θα μας βοηθήσουν να ξαναβρούμε τα πόδια μας.

Μέσα από τη συμφωνία, θα πρέπει να ομολογήσω ότι εξασφαλίσαμε τη σωτηρία του τόπου μας και έχουμε απομακρύνει τον κίνδυνο της κατάρρευσης της οικονομίας μας. Ξεπεράσαμε τον κίνδυνο της άτακτης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας, που θα συνεπαγόταν την άμεση απόλυση όλων, ανεξαιρέτως, των εργαζομένων στην τράπεζα, ενώ την ίδια ώρα διασφαλίσαμε την πλήρη κεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου. Η κατάσταση παρά την τραγικότητα της είναι ελεγχόμενη και είναι πια στο χέρι μας να την διαχειριστούμε.

Η επόμενη μέρα μας βρήκε υποχρεωμένους να υλοποιήσουμε τις δύσκολες αποφάσεις που λήφθηκαν. Τα προσωρινά περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν σε σχέση με τις οικονομικές μας συναλλαγές θα χαλαρώνουν σταδιακά, μέχρι να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητα. Θέλω να σας διαβεβαιώσω, για ακόμη μια φορά, ότι ως Κυβέρνηση θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για τη διασφάλιση των Ταμείων Προνοίας και για τη στήριξη των ομάδων εκείνων της κοινωνίας που θα πληγούν περισσότερο από την επιχείρηση ανασυγκρότησης της οικονομίας που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

Επιπλέον, επιθυμώ να διαβεβαιώσω τους πολίτες ότι με τις διαδικασίες που έχουμε ήδη δρομολογήσει, οι ευθύνες όσων έχουν οδηγήσει τη χώρα μας σε αυτό το σημείο θα διερευνηθούν μέχρι τέλους, ποινικές, αστικές και πολιτικές ευθύνες. Όσοι έχουν διαπράξει τα όσα έχουν επισυμβεί σε βάρος του λαού μας θα λογοδοτήσουν. Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου διορίστηκε ήδη η Ερευνητική Επιτροπή για την σε βάθος έρευνα των ευθυνών όσων οδήγησαν το τραπεζικό σύστημα στη χρεοκοπία και την οικονομία της χώρας στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Σας διαβεβαιώ ότι είμαστε αποφασισμένοι η έρευνα να φτάσει μέχρι τέλους. Είμαστε αποφασισμένοι να πολεμήσουμε τη διαπλοκή και δεν πρόκειται να κάνουμε ουδεμία έκπτωση στην απόφαση μας αυτή.

Οι δραματικές εξελίξεις στην οικονομία του τόπου μας πρέπει να μας βρουν με ενωμένες τις δυνάμεις, ώστε να υλοποιηθεί επιτυχώς η πρόσφατη συμφωνία με το Eurogroup, να παραμείνουμε ασφαλείς στο ευρώ και να μπορέσουμε να συνεχίσουμε στον δρόμο των μεγάλων αλλαγών που ξεκινήσαμε.

Ο υπέρτατος στόχος μας είναι να διασωθεί η οικονομία του νησιού μας, έστω και αν κληθούμε να λάβουμε δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις. Ήδη έχουμε πάρει άλλες τον Νοέμβριο και άλλες με τη συμφωνία που επιδιώκεται να υπογραφεί προ της 4ης Απριλίου. Όλοι θα πρέπει να κάνουμε θυσίες αφού η οικονομική μας κατάσταση, όπως εξελίχθηκε με τον βίαιο αυτό τρόπο, θα υποχρεώσει όλους μας να επιμεριστούμε το βάρος για να μπορέσουμε να επιτύχουμε την αποκατάσταση των δημοσιονομικών μας μεγεθών.

Όλα αυτά θα γίνουν με υπευθυνότητα, μακριά από λαϊκισμούς και άλλες επικίνδυνες εξάρσεις. Δεν πρόκειται να φύγουμε, και το τονίζω, από το ευρώ. Αν υπήρχε άλλη λύση, που αν κάποιοι μελετούν σήμερα που θα έπρεπε να μελετούσαν προ μηνών, θα έπρεπε να την έδιναν στην προηγούμενη Κυβέρνηση και θα έπρεπε να μας την είχαν δώσει προκειμένου να αποφύγουμε αυτά που σήμερα λένε ότι πρέπει να αποφύγουμε. Δεν πρόκειται, και το τονίζω, με πειραματισμούς επικίνδυνους να θέσουμε σε κίνδυνο το μέλλον της χώρας μας.

Από το ίδιο αυτό βήμα, όχι πριν από πολύ καιρό, στις 17 Ιανουαρίου, ως υποψήφιος Πρόεδρος, απευθύνθηκα στους υπαλλήλους του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, τονίζοντας ότι η όποια προσπάθεια για μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αντιστρατεύεται τους εργαζομένους, αλλά, αντίθετα, στηρίζεται στην κατάρτιση τους και στις αρετές τους.

Η φιλοσοφία μας δεν άλλαξε ούτε και τώρα. Αντίθετα, και ιδιαίτερα μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες που βιώνουμε, είναι ακόμη πιο επιτακτικό ο δημόσιος τομέας να επικεντρωθεί στην αύξηση της παραγωγικότητας, περιορίζοντας, παράλληλα, δραστικά, τις δαπάνες λειτουργίας του. Και αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην δραστικές μειώσεις λειτουργίας ή αποκοπή περαιτέρω μισθών ή ωφελημάτων, θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό. Και στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εκσυγχρονισμού, η Δημόσια Υπηρεσία να συμβάλει στην αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του κράτους και να ανταποκριθεί σε όλες τις αυξημένες απαιτήσεις των πολιτών για χρηστή διοίκηση, αξιοκρατία, διαφάνεια στη δράση της διοίκησης και λογοδοσία και, κυρίως, για αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχει.

Πρέπει να επιμεριστούμε όλοι τις θυσίες που θα χρειαστεί να επωμιστούμε, αλλά δεν θα ξεφύγουμε από τους σχεδιασμούς μας. Ασφαλώς και δεν παραγνωρίζουμε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν ήδη συμβάλει και συμβάλλουν στην προσπάθεια περιορισμού των κρατικών δαπανών.

Θα προσπαθήσουμε για τις αλλαγές που υποσχεθήκαμε προς όφελος τόσο της Υπηρεσίας όσο και των δημοσίων υπαλλήλων, όπως είναι η εφαρμογή σε ευρεία κλίμακα της εναλλαξιμότητας, η συνένωση αρμοδιοτήτων και οι συγχωνεύσεις των διάσπαρτων Υπηρεσιών, η λήψη μέτρων κατά της γραφειοκρατίας, η απλοποίηση των διαδικασιών, αλλά ιδιαίτερα η αποκατάσταση της αξιοκρατίας. Προς αυτή την κατεύθυνση σειρά νομοσχεδίων έχει κατατεθεί και άλλα είναι έτοιμα και θα κατατεθούν στη Βουλή – και είμαι βέβαιος ότι το συντομότερο θα θεσπιστούν σε Νόμο – έτσι ώστε να είμαστε μακριά από τις όποιες κομματικές ταυτότητες που διέκριναν διαχρονικά τη διακυβέρνηση του τόπου. Μακριά από τις όποιες σκοπιμότητες, μακριά από το να διακρίνεται ο δημόσιος λειτουργός ανάλογα με τα πολιτικά του πιστεύω. Πρώτιστα και πάνω απ’ όλα αυτό που θα μετρά θα είναι η αξία του. Και αυτό θα επιτευχθεί μέσα από τη μείωση των μετρήσιμων στοιχείων από πλευράς της Δημόσιας Υπηρεσίας αλλά και την υποχρεωτικότητα της υλοποίησης των διοικητικών δικαστηρίων σε ενδεχομένη προσφυγή, ενώ την ίδια ώρα θα καθιστά υπόχρεη τη Δημόσια Υπηρεσία να λογοδοτεί στον δημόσιο λειτουργό γιατί δεν προήχθη ή γιατί δεν προσλήφθηκε με πλήρως αιτιολογημένη άποψη.

Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως δεν πρόκειται να γίνει η παραμικρή διάκριση γιατί ο ένας είναι αριστερός ή ο άλλος δεξιός. Αν αξίζετε, να είστε βέβαιοι ότι θα έχετε και την τύχη που σας αξίζει. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ένα νοικοκυρεμένο κράτος με μια αποτελεσματική, φιλική προς τον πολίτη Δημόσια Υπηρεσία.

Ιστορική θα χαρακτήριζα, γενικότερα, την περίοδο που διανύουμε σήμερα, αφού το κυπριακό κράτος βρίσκεται ενώπιον πρωτοφανών και δύσκολων προκλήσεων. Σε στιγμές κρίσιμες για την εθνική μας οικονομία, καλούμαστε να προσαρμοστούμε και να λειτουργήσουμε στο απαιτητικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, ενώ η κυπριακή οικονομία αγωνίζεται και θα επιβιώσει. Και θα επιβιώσει διότι το χθεσινό παράδειγμα, ίσως μια εξαίρεση ανά το παγκόσμιο, απέδειξε πως ο Κύπριος έχει και πατριωτισμό και φιλότιμο και πείσμα και πριν και πάνω απ’ όλα τη θέληση να ξεπεραστούν τα προβλήματα για να ξαναβγούμε μπροστά. Το βιώσαμε το 1974, και τότε ήταν ακόμη χειρότερες οι συνθήκες, το βιώνουμε σήμερα και θα το ξεπεράσουμε, να είστε σίγουροι. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να συμβάλουμε μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές, εσείς με τη φιλοτιμία και την επιμέλεια σας, ο λαός με το πείσμα και τη δημιουργικότητα του. Να είστε βέβαιοι ότι θα ξαναβρούμε τα πόδια μας και θα ξεπεράσουμε τις δυσκολίες.

Γι’ αυτό θέλω για άλλη μια φορά να καλέσω το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να ενώσουμε δυνάμεις. Στις δύσκολες ώρες οι όποιες αποφάσεις χρειάζεται να βασιστούν στη συλλογικότητα. Χρειάζεται να ξεπεράσουμε τις όποιες κομματικές σκοπιμότητες. Έχουμε χρόνο για αντιπολίτευση, είναι καλοδεχούμενη, εξάλλου, η κριτική. Δεν με ενοχλεί όταν ασκείται κριτική και θέλω να ασκείται κριτική διότι θεωρώ ότι η αντιπολίτευση είναι τα γυαλιά του μύωπα, είναι το μπαστούνι του όποιου έχει πρόβλημα. Αυτό που χρειάζεται, όμως, είναι να είναι καλοί οι φακοί και όχι στρεβλωμένοι. Για να μπορεί να βλέπει ο άλλος θα πρέπει να γίνει μέτρηση της όρασης. Να είναι, δηλαδή, αντικειμενική η κριτική και να βασίζεται σε δεδομένα και σε σφάλματα που ενδεχόμενα έχει πράξει η Κυβέρνηση και έτσι να αποδίδονται «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Αυτό θα μας βοηθήσει να διορθώσουμε ενδεχόμενα εσφαλμένες αποφάσεις ή οτιδήποτε άλλο για το οποίο μπορεί και πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για πράξεις και παραλείψεις μας. Μόνο έτσι θα πάμε μπροστά, αλλά να γίνεται καλόπιστα. Δεν έχω αμφιβολία ότι έτσι θα πολιτευτούμε όλοι και πως μέσα από τη δική μας συμπεριφορά θα μεταδώσουμε το μήνυμα της ενότητας, θα μεταδώσουμε το μήνυμα της αποφασιστικότητας για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά.

Εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου σας και να είστε βέβαιοι ότι μόνο μέσα από τον διάλογο θα λαμβάνονται οι αποφάσεις. Βεβαίως οι αποφάσεις είναι στην Κυβέρνηση, αλλά ο πλήρης σεβασμός στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να θεωρείτε ότι είναι δεδομένος. Ο διάλογος είναι εκείνος που θα δώσει τις λύσεις έτσι ώστε μέσα από την ομαλότητα να μπορέσουμε να ξαναβρούμε τα πόδια μας, να ανορθώσουμε την οικονομία και να ανασυγκροτήσουμε ξανά το κράτος μας.