5/5/26

Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Χριστοδουλίδη στο DEFEA Conference 2026

 Είναι με ιδιαίτερη χαρά που συμμετέχω στο φετινό συνέδριο DEFEA 2026.

Γνωρίζω πάρα πολύ καλά τον σημαντικό, καθοριστικό ρόλο των εργασιών του Συνεδρίου, ειδικότερα στο σημερινό περιβάλλον ασφάλειας, το οποίο, παρά τις γενικότερες προκλήσεις, πραγματικά πιστεύω ότι δημιουργεί την ίδια στιγμή και πολλές ευκαιρίες.

Και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο έγκειται και η σπουδαιότητα του Συνεδρίου που φέρνει μαζί ευρωπαϊκούς θεσμούς, εθνικές αρχές, φορείς καινοτομίας και εκπροσώπους της αμυντικής βιομηχανίας.

Φέρνει μαζί το όλο οικοσύστημα, συνδέει τον σχεδιασμό, τους πολιτικούς στόχους με την υλοποίηση, την τεχνολογία και προωθεί το κτίσιμο επαφών, συνεργειών και συνεργασιών, με άμεσο θετικό αντίκτυπο στις αμυντικές δυνατότητες των κρατών μας, στην ουσιαστική επιχειρησιακή ικανότητα, σε απτά αποτελέσματα για την ασφάλεια των κρατών μας, αλλά και της Ευρώπης.

Άρα, η σημερινή μου παρουσία εδώ, όπως και πέρυσι, δεν είναι μόνο συμβολική, δεν έχει να κάνει μόνο με την περηφάνια που νιώθω για την πολλά υποσχόμενη κυπριακή αμυντική βιομηχανία, αλλά είναι συνάμα και μια ουσιαστική πολιτική πράξη. Είναι μια έμπρακτη επιβεβαίωση της πολιτικής μου βούλησης και της έντονής μου πεποίθησης για την ανάγκη να στηρίξουμε ενεργά την πορεία για μια πιο ενισχυμένη συνεργασία στα θέματα της ασφάλειας και της άμυνας, για την Κύπρο, για την Ελλάδα, για την περιοχή μας και για την Ευρώπη.

Και μέσα από αυτή τη συλλογιστική, το μήνυμα που θέλω να στείλω σήμερα είναι σαφές: Η ανάπτυξη της άμυνάς μας, η αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος της πατρίδας μας και η στήριξη της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την Κυβέρνησή μας. Είναι βασικός πυλώνας της πολιτικής μας για ασφάλεια, για σταθερότητα και για ευημερία.

Κυρίες και κύριοι,

Λέχθηκε πολύ εύστοχα και προηγουμένως. Αναμφίβολα ζούμε σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα. Σήμερα, η αβεβαιότητα και η απουσία προβλεψιμότητας είναι πλέον η κανονικότητά μας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς και οι συγκρούσεις στη γειτονιά μας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και πέραν αυτής, καταδεικνύουν από την μια πόσο εύθραυστη είναι η ειρήνη, και από την άλλη, πόσο αναγκαία είναι η ετοιμότητα, ως ελάχιστη βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της σταθερότητας.

Και κυρίες και κύριοι, η ασφάλεια και η σταθερότητα δεν συνδέονται μόνο με τα θέματα άμυνας και ασφάλειας. Συνδέονται άμεσα με την οικονομία, την προέλκυση επενδύσεων, συνδέονται με όλους τους τομείς διακυβέρνησης. Πέραν αυτών, η Κύπρος, η πατρίδα μου, έχει μια ιδιαιτερότητα. Η Κύπρος εξακολουθεί να τελεί υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, και είναι πάρα πολύ καλά γνωστό –το βιώνουμε από πρώτο χέρι– τι διακυβεύεται. Κατανοούμε βαθιά τη σημασία της ενίσχυσης της άμυνας και της ασφάλειάς, καθώς και της ανθεκτικότητας της χώρας μας, και γενικότερα στο σημερινό διεθνές περιβάλλον και της Ευρώπης και της ευρύτερης περιοχής.

Την ίδια στιγμή, σε μια εποχή που κυριαρχούν οι υβριδικές απειλές, οι κυβερνοεπιθέσεις, ο ανταγωνισμός στο διάστημα, η ταχεία αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στο πεδίο της άμυνας, ο στόχος και η αποστολή μας είναι ξεκάθαροι: να καταστήσουμε τις χώρες μας, να καταστήσουμε την Ευρώπη πιο ανθεκτική, πιο ανεξάρτητη, πιο ανταγωνιστική, προσφέροντας την ίδια στιγμή αυτό που οφείλουμε στους πολίτες μας: την Ασφάλεια.

Και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικές τις βασικές θεματικές ενότητες του φετινού Συνεδρίου:

  1. τη Βιομηχανική Βάση και τον Μετασχηματισμό Προμηθειών,
  2. την Αμυντική Καινοτομία και τη Μεταφορά Τεχνολογίας, και
  3. τη Στρατηγική Αυτονομία και τις Αναδυόμενες Απειλές.

Όλα αυτά αποτελούν προκλήσεις για την Κύπρο, για την Ελλάδα, για την Ευρώπη, και θα πρέπει σε όλες αυτές τις προκλήσεις να είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε γιατί, πέραν των όσων έχω προαναφέρει, η ετοιμότητα σήμερα δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα.

Κυρίες και Κύριοι,

Το φετινό Συνέδριο –και αυτός είναι ένας άλλος λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ– πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ενώ την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουμε πολιτικά αποφασίσει –και επιτέλους εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση– για την ανάγκη να επενδύσουμε ουσιαστικά στον τομέα της Άμυνας και της Ασφάλειας, ως αναγκαίο συστατικό για την επίτευξη της Στρατηγικής Αυτονομίας της ΕΕ.

Ασχολούμαι με τα ευρωπαϊκά θέματα από το 2011 και είναι η πρώτη φορά που έχουμε ξεφύγει από τις πολύωρες συζητήσεις, αναλύσεις, ανταλλαγή απόψεων και έχουμε λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις. Θεωρώ το περσινό άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που είχαμε τον Φεβρουάριο του 2025 στις Βρυξέλλες ως καθοριστικό σημείο. Φύγαμε από τις συζητήσεις, πήραμε αποφάσεις και αυτές οι αποφάσεις έχουν αρχίσει πλέον να υλοποιούνται, στέλνοντας το μήνυμα ότι πλέον ως Ευρώπη, ως πολιτική ηγεσία της Ευρώπης έχουμε αντιληφθεί τη σημασία της ενίσχυσης της ασφάλειας και της άμυνάς μας.

Γιατί, πολύ απλά, μια Ευρώπη που δεν επενδύει στην άμυνα της και την ασφάλειά της, είναι μια Ευρώπη που εξαρτάται. Και η εξάρτηση δεν μπορεί να είναι στρατηγική επιλογή, αν θέλουμε –και ναι, θέλουμε– να είμαστε γεωπολιτικά ισχυροί.

Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που, ως Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, έχουμε θέσει από την πρώτη στιγμή ως προτεραιότητά μας τα θέματα άμυνας και ασφάλειας και την πλήρη αξιοποίηση και προώθηση των εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας για επίτευξη αυτού του στόχου.

Και ένα τέτοιο εργαλείο είναι το «Security Action for Europe» (SAFE), το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα της Ευρώπη για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ετοιμότητας, που επιτρέπει έως και 150 δισεκατομμύρια ευρώ για επενδύσεις στον τομέα της άμυνας. Για την Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπολογιστεί ένα ποσό που αγγίζει το 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ και έχει ξεκινήσει ήδη ο σχεδιασμός μας για αξιοποίηση αυτού του ποσού. Μέσω του SAFE η ΕΕ δείχνει στην πράξη ότι στηρίζει ουσιαστικά και άμεσα την ταχεία αναβάθμιση και ενίσχυση των εθνικών και ευρωπαϊκών δυνατοτήτων.

Ένα άλλο κρίσιμο ευρωπαϊκό εργαλείο είναι το Άρθρο 42(7) για τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας. Όπως τόνισα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου, μετά την έναρξη της νέας κρίσης στην περιοχή μας, αλλά και πιο πρόσφατα στο πλαίσιο του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που είχαμε στην Κύπρο, δεν μπορεί το συγκεκριμένο Άρθρο να παραμένει θεωρητικό, δεν μπορεί να μην μεταφράζεται σε συγκεκριμένο, λειτουργικό μηχανισμό, θα πρέπει να αποκτήσει ουσία και να είναι επιχειρησιακό. Και ως εκ τούτου, συμφωνήσαμε ότι ξεκινούμε τις εργασίες, για να ετοιμάσουμε ένα σαφές «blueprint» για την άμεση και ουσιαστική ενεργοποίηση του Άρθρου 42(7), ώστε να καταστεί πλήρως επιχειρησιακό και άμεσα αξιοποιήσιμο από κάθε κράτος μέλος, και χαίρομαι πραγματικά γιατί στις Βρυξέλλες έχει ήδη ξεκινήσει η σχετική προεργασία.

Σχετικό με τα όσα προανέφερα, –θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ– είναι και οι προσπάθειες που καταβάλλουμε, ως Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, για την προώθηση της Στρατιωτικής Κινητικότητας, ενός βασικού πυλώνα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, με στόχο την άρση των εμποδίων και την επιτάχυνση της κινητοποίησης ευρωπαϊκών δυνάμεων, καθώς και την προώθηση του πακέτου απλοποίησης για την ενίσχυση της ετοιμότητας στον τομέα της Άμυνας. Πρόκειται για θέματα προτεραιότητας, για τα οποία εργαζόμαστε, ώστε να υπάρξει σύντομα θετική κατάληξη.

Και όλα αυτά, κυρίες και κύριοι, αναμφίβολα ενισχύουν ουσιαστικά και αναβαθμίζουν στρατηγικά τις δυνατότητες της ΕΕ και των κρατών μελών στον τομέα της Άμυνας και της Ασφάλειας, και μας φέρνουν πιο κοντά και στον στόχο της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ.

Και να μου επιτρέψετε, είναι εδώ που διαφωνώ με τον φίλο Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να προχωρήσει στα θέματα της άμυνας και ασφάλειας χωρίς τη συνεργασία των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι μια θέση, με την οποία διαφωνώ. Η ΕΕ έχει τις δυνατότητες, έχει αποδείξει την πολιτική βούληση και στο τέλος της ημέρας θεωρώ ότι μια ενισχυμένη, μια στρατηγικά αυτόνομη ΕΕ στα θέματα της ασφάλειας και της άμυνας θα είναι και ένας πιο ισχυρός εταίρος για το ΝΑΤΟ ευρύτερα στις προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Και το αναφέρω αυτό, λέγοντας την ίδια στιγμή, εκμεταλλευόμενος την παρουσία της αναπληρώτριας του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, ότι η χώρα μου, η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι έτοιμη να γίνει κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, όταν οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν.

Κυρίες και κύριοι,

Σήμερα θα ήθελα επίσης δημόσια, εδώ από τον χώρο της DEFEA, να εκφράσω την ιδιαίτερη ικανοποίησή μου για το γεγονός ότι Κύπρος και Ελλάδα είναι ισχυροί εταίροι στη μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου, ικανού και καινοτόμου αμυντικού οικοσυστήματος στην Ευρώπη.

Και το σημερινό συνέδριο αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για περαιτέρω ενίσχυση της ουσιαστικής μας συνεργασίας. Μια ευκαιρία, δηλαδή, να προωθήσουμε μαζί το όραμά μας: Για μια Κύπρο, για μια Ελλάδα, για μια Ευρώπη, οι οποίες είναι πιο ισχυρές, πιο αποτελεσματικές και πιο έτοιμες.

Είμαστε περήφανοι για την κυπριακή αμυντική βιομηχανία. Πιστεύω πραγματικά στις δυνατότητές της. Πιστεύω πραγματικά στις προοπτικές της. Και χαίρομαι ιδιαίτερα που τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει ουσιαστική, μετρήσιμη και αξιοθαύμαστη πρόοδο. Μια πρόοδο που την έχει αναγάγει σε έναν αξιόπιστο, δυναμικό, αναγνωρίσιμο και πολλά υποσχόμενο εταίρο στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα άμυνας και καινοτομίας.

Πιστεύουμε ότι η συνεισφορά της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας, –αυτός είναι ο στόχος μας, εργαζόμαστε από κοινού η κυβέρνηση και ο ιδιωτικός τομέας– μπορεί, μέσα από συντονισμένες ενέργειες, να φτάσει σε διψήφιο αριθμό. Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος:

  • Σήμερα, περίπου 30 κυπριακές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας. Σχεδιάζουν, παράγουν και εξάγουν προϊόντα από μη επανδρωμένα συστήματα και τεχνολογίες αντιμετώπισης drones, μέχρι λύσεις κυβερνοασφάλειας και ηλεκτρονικού πολέμου.
  • Τα τελευταία πέντε χρόνια, 18 κυπριακές εταιρείες συμμετέχουν σε 70 προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ανάπτυξης Αμυντικής Βιομηχανίας, με συνολικό προϋπολογισμό άνω των 600 εκατομμυρίων ευρώ, εξασφαλίζοντας περίπου 65 εκατομμύρια ευρώ σε άμεση χρηματοδότηση.
  • Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας 2025, κυπριακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμμετέχουν σε 16 από τα 57 επιλεγμένα έργα, ενώ συνολικά 10 κυπριακές οντότητες εξασφάλισαν χρηματοδότηση περίπου 14 εκατομμυρίων ευρώ.

Και αυτά δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι απόδειξη ότι οι κυπριακές εταιρίες καινοτομούν, συνεργάζονται και παράγουν αποτελέσματα. Αποτελέσματα που την ίδια στιγμή δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας για Κύπριους και αναδεικνύουν το σημαντικότερο πλεονέκτημα που θεωρώ ότι έχουμε ως χώρα, που είναι το ταλέντο είναι το ανθρώπινο μας δυναμικό.

Την ίδια στιγμή, και προς ενίσχυση αυτής της μεγάλης προσπάθειας, προχωρούμε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής Αμυντικής Βιομηχανίας. Στόχος μας ένα συνεκτικό πλαίσιο, που θα διευρύνει τη συμμετοχή κυπριακών εταιρειών στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και θα φέρνει ακόμη πιο κοντά την έρευνα με την επιχειρησιακή αξιοποίηση.

Η προσπάθεια μας αυτή ενισχύεται και μέσω διεθνών βιομηχανικών συνεργασιών, με αφετηρία το πρόγραμμα SAFE. Στόχος μας είναι η ουσιαστική συμμετοχή των κυπριακών επιχειρήσεων σε εξοπλιστικά προγράμματα, η ενίσχυση της τεχνογνωσίας και η μεγαλύτερη βιομηχανική αυτάρκεια. Και έχουμε θέσει κι εμείς τον στόχο του 15% συμμετοχής, σε πρώτη φάση κυπριακών εταιρειών, σε προγράμματα, σε εξοπλισμούς που αγοράζει η Κυπριακή Δημοκρατία.

Κυρίες και κύριοι,

Ολοκληρώνω με μια σαφή και ξεκάθαρη θέση: πιστεύω στις εθνικές μας αμυντικές βιομηχανίες. Πιστεύω σε μια Ευρώπη, η οποία πρέπει να ενεργεί ενωμένη, με αποφασιστικότητα και φιλοδοξία, και που μπορεί να καταστεί αυτόνομη στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.

Σας ευχαριστώ πολύ.