5/2/16

Δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης για τη μείωση του σοβαρού εγκλήματος, των διαρρήξεων και των τροχαίων στη Λευκωσίας

Δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης για τη μείωση του σοβαρού εγκλήματος,
των διαρρήξεων και των τροχαίων στη Λευκωσίας


Στα σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά τη μείωση του σοβαρού εγκλήματος, τη μείωση των διαρρήξεων καθώς και των σοβαρών τροχαίων συγκρούσεων στην επαρχία Λευκωσίας, αναφέρθηκε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ. Ιωνάς Νικολάου στο πλαίσιο της επίσκεψης που πραγματοποίησε, σήμερα, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας.

Σε δηλώσεις του μετά το πέρας της επίσκεψης, ο κ. Νικολάου ανέφερε: «Μαζί με τον Αρχηγό της Αστυνομίας πραγματοποιούμε κύκλο επισκέψεων σε όλες τις Αστυνομικές Διευθύνσεις και τις Υπηρεσίες της Αστυνομίας, με σκοπό να αξιολογήσουμε τη μέχρι σήμερα πορεία του έργου της κάθε Διεύθυνσης, σε συνεργασία με τους προϊστάμενούς της. Στόχος μας είναι να συντονίσουμε τις προσπάθειες μας στο πλαίσιο των προτεραιοτήτων που έχουν καθοριστεί από το Υπουργείο, σε συνεργασία με την Αστυνομία, και θα συζητηθούν σύντομα στο Υπουργικό Συμβούλιο».

Αναφερόμενος στην αξιολόγηση του έργου της επαρχίας Λευκωσίας, ο κ. Νικολάου είπε ότι είναι αρκετά ικανοποιητικό, εφόσον από τα στατιστικά στοιχεία καταγράφονται πολύ σημαντικά αποτελέσματα, όπως είναι για παράδειγμα η μείωση του σοβαρού εγκλήματος στην Επαρχία κατά 28% και η μείωση των διαρρήξεων κατά 36%. Επισημαίνοντας ότι την σημαντική μείωση των σοβαρών τροχαίων συγκρούσεων κατά 18%, παρά την αύξηση που παρουσιάζεται στα θανατηφόρα δυστυχήματα, υπογράμμισε ότι οι τροχαίες παραβάσεις αποτελούν προτεραιότητα της Αστυνομίας και του Υπουργείου.

Περαιτέρω, ο κ. Νικολάου σημείωσε: «Είχαμε ουσιαστική δραστηριοποίηση της Αστυνομίας αναφορικά με το σοβαρό οργανωμένο έγκλημα στην επαρχία Λευκωσίας, με επιχειρήσεις που καταγράφουν σημαντική αριθμητική αύξηση και ουσιαστικότερα αποτελέσματα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όπου γίνεται ουσιαστικός και αποτελεσματικός έλεγχος των υποστατικών παράνομου τζόγου. Στη Λευκωσία δεν έχουμε υποστατικά παράνομου ηλεκτρονικού τζόγου και είναι όλα αδειοδοτημένα, δηλαδή νόμιμα. Εκείνο που ελέγχεται είναι αν είναι νόμιμη και η δραστηριότητα τους, η οποία γίνεται σε κάθε ένα από αυτά τα υποστατικά. Έχουν κλείσει όλα τα παράνομα υποστατικά στην επαρχία. Επισημαίνεται, ουσιαστική επιχειρησιακή δραστηριότητα στην παρακολούθηση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να παρακολουθούμε από κοντά το όλο θέμα στην προσπάθεια να περιοριστούν οι δραστηριότητες τους».

Ερωτηθείς με ποιο τρόπο γίνονται αυτές οι ενέργειες, καθώς υπάρχουν και δύο ανεξιχνίαστες δολοφονίες, ο κ. Υπουργός είπε ότι αν και λαμβάνονται διάφορά μέτρα δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί και να αποτραπεί κάθε παράνομη δραστηριότητα, περιλαμβανομένης και δολοφονίας μεταξύ των εγκληματιών. Και πρόσθεσε: «Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει και να αποφύγει οτιδήποτε, όμως να μην ξεχνούμε φαινόμενα που καταγράφονταν τα προηγούμενα χρόνια και έχουν περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος. Είχαμε το οργανωμένο έγκλημα να δραστηριοποιείται στον ηλεκτρονικό τζόγο, με αυξημένα υποστατικά, τα οποία λειτουργούσαν και από τα οποία είχαν σημαντικά έσοδα,   με τη χρήση ιδιωτικών γραφείων ασφάλειας ή ιδιωτικών φυλάκων, οι οποίοι ήταν παράνομοι, χωρίς άδεια, και τους οποίους αξιοποιούσαν με πολλαπλούς τρόπους περιλαμβανομένης της απειλής ή της προστασίας και σε άλλες παράνομες δραστηριότητες. Πρέπει να αναφερθούμε στις περιπτώσεις όπου στο οργανωμένο έγκλημα, κάποιοι ουσιαστικά εξασφάλιζαν σημαντικά οικονομικά οφέλη και δημιουργούσαν γύρω τους την οικονομική δύναμη που διασφάλιζε την επιτυχία των δραστηριοτήτων τους. Είναι ένα ζήτημα που νομίζω το γνωρίζουμε όλοι και για το οποίο έχουν γίνει σημαντικά βήματα με σκοπό τον περιορισμό του».

Ο κ. Νικολάου επανέλαβε ότι δεν μπορεί κανείς να αναμένει διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα του οργανωμένου εγκλήματος, περιλαμβανομένου και φόνου, γι’ αυτό οι δύο ανεξιχνίαστοι φόνοι του 2015 δεν αποτελούν μέτρο σύγκρισης των μέτρων που λαμβάνονται.