25/11/13

Διάλεξη του Προέδρου της Βουλής κ. Γ. Λ. Ομήρου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου με θέμα «Νομοθετική Εξουσία»



Κυρίες και κύριοι,


Είναι με μεγάλη μου χαρά που βρίσκομαι σήμερα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ανάμεσα σε πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Νομικής, ανάμεσα σε νέους ανθρώπους, για να αναπτύξω ένα θέμα καίριο και πρωταρχικό για τα πολιτειακά θέσμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη Νομοθετική Εξουσία, τις λειτουργίες και τις αρμοδιότητές της.




Η αγωγή και η παιδεία έχουν στον πυρήνα τους το αίτημα για ελευθερία, για εξασφάλιση των προϋποθέσεων εκείνων που επιτρέπουν την αυτοπραγμάτωση του ατόμου, και εσείς σήμερα καλείστε μέσα από την πνευματική κονίστρα του πανεπιστημίου, με εφαλτήριο τον προβληματισμό και την κριτική σκέψη, να γίνετε υποκείμενα της ιστορίας και της εξέλιξης, πολίτες.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης των λαών με τη θεσμική διάκριση των τριών λειτουργιών της εξουσίας, πρόβαλε ως αυτονόητη κατάκτηση της πολιτισμένης ανθρωπότητας και ως πολύτιμος σύμμαχος της κοινωνίας κατά της αυθαιρεσίας της εξουσίας μετά τη Magna Carta, τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και εκατόμβες θυσιών.

Σύμφωνα με τη θεωρία που έχει επικρατήσει στην επιστήμη, η κρατική εξουσία εκδηλώνεται:
·         με τη θέσπιση κανόνων δικαίου,
·         με την εκτέλεση (εφαρμογή) των κανόνων δικαίου και
·         με την επίλυση των διαφορών που είναι δυνατό να προκύψουν από την εφαρμογή των κανόνων δικαίου.

Οι τρεις αυτές λειτουργίες της άσκησης της κρατικής εξουσίας αποτελούν αντίστοιχα τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική λειτουργία της.

Μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση των πρώτων χρόνων από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας πιστεύω ότι είναι αναγκαία, ώστε να φωτιστούν καλύτερα τα πλαίσια άσκησης των θεσμικών λειτουργιών του κυπριακού κράτους και ειδικότερα της νομοθετικής εξουσίας.

Τα μεσάνυχτα της 15ης προς τη 16η Αυγούστου, η Κύπρος έπαψε να αποτελεί βρετανική αποικία και έγινε ανεξάρτητη Δημοκρατία. Στις 16 Αυγούστου ο τελευταίος Βρετανός κυβερνήτης σερ Χιου Φουτ παρέδωσε την εξουσία στον πρώτο Πρόεδρο της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ και στον πρώτο Αντιπρόεδρό της Φαζίλ Κουτσιούκ, που είχαν αναδειχθεί στα ύπατα αξιώματα του κράτους κατά τις πρώτες προεδρικές εκλογές, που διεξήχθησαν στις 13 Δεκεμβρίου 1959.

Παρ’ όλα αυτά, συγκεκριμένες πρόνοιες των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας πολύ σύντομα δημιούργησαν συνταγματικά αδιέξοδα που παρεμπόδισαν την εδραίωση της ειρήνης και τον σεβασμό της κυριαρχίας της Κύπρου. Ο λαός του νεοσύστατου κράτους δυστυχώς δεν αφέθηκε να απολαύσει τα αγαθά των αγώνων και των θυσιών του. Οι προσπάθειες για τροποποίηση του συντάγματος, ώστε να καταστεί πιο λειτουργικό, απορρίφθηκαν από την τουρκική πλευρά και η τουρκοκυπριακή ηγεσία εγκλωβίστηκε στη μακροπρόθεσμη διαιρετική πολιτική της Τουρκίας, με αποτέλεσμα τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64. Οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές αποχώρησαν από τις έδρες τους και έκτοτε οι θέσεις τους παραμένουν κενές. Αποχώρησαν επίσης όλοι οι Τουρκοκύπριοι που κατείχαν πολιτειακό αξίωμα ή θέση στο δημόσιο τομέα. Στα επόμενα χρόνια σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις, αφού οι πολιτειακοί θεσμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας έπρεπε να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1974, η ελληνική χούντα και οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες της διενήργησαν πραξικόπημα ενάντια στον δημοκρατικά εκλεγμένο Πρόεδρο της Κύπρου και η Τουρκία πέντε ημέρες αργότερα, χρησιμοποιώντας την εγκληματική αυτή πράξη ως πρόσχημα, εισέβαλε στην Κύπρο, γράφοντας έτσι την τραγικότερη σελίδα της ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κυρίες και κύριοι,

Η Κύπρος, όπως το σύνταγμά μας ορίζει στο άρθρο 1, «είναι ανεξάρτητος και κυρίαρχος Δημοκρατία προεδρικού συστήματος». Η συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας χαρακτηρίζεται από την αρχή της αυστηρής διάκρισης των τριών εξουσιών και διασφαλίζει τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Η αρχή αυτή αποτελεί την οργανωτική βάση κάθε σύγχρονου δημοκρατικού κράτους, έτσι και στο δικό μας Προεδρικό πολιτειακό σύστημα διασφαλίζει την οργανική διάκριση και την απόλυτη ανεξαρτησία των τριών εξουσιών, δηλαδή της Εκτελεστικής, Νομοθετικής και Δικαστικής. Η θεμελιώδης αυτή αρχή συνιστά απάντηση σε κάθε μορφής απολυταρχική άσκηση εξουσίας που είναι ενδεχόμενο να εκφραστεί στην πράξη, με τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα μόνο πρόσωπο ή σε ένα μόνο κέντρο εξουσιών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο δικό μας προεδρικό σύστημα η αρχή αυτή βρίσκει έκφραση στην πιο αυστηρή της μορφή, σε σχέση με την έκφραση της ίδιας αρχής σε μια προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. 

Οι πιο χαρακτηριστικές θα έλεγα διαφορές των δύο πολιτειακών συστημάτων που καταδεικνύουν την απόλυτη διάκριση των εξουσιών, σε ένα αμιγώς προεδρικό σύστημα όπως είναι το κυπριακό πολίτευμα, είναι οι ακόλουθες:

  • Στην προεδρική δημοκρατία οι βουλευτές δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα και υπουργοί, δηλαδή υπάρχει ασυμβίβαστο οι βουλευτές να είναι ταυτόχρονα και μέλη της κυβέρνησης.
·        Στο προεδρικό σύστημα δεν υφίσταται αξίωμα Πρωθυπουργού και οι υπουργοί διορίζονται από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να ασκούν την εκτελεστική εξουσία, εν αντιθέσει με το κοινοβουλευτικό σύστημα, στο οποίο οι υπουργοί διορίζονται μεν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά με πρόταση του Πρωθυπουργού, ο οποίος είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης, μπορεί δε να είναι βουλευτές ή και άλλοι.
·        Στο προεδρικό σύστημα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με άμεση καθολική ψηφοφορία ενώ στα κοινοβουλευτικά συστήματα, ως επί το πλείστον, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας διενεργείται με μυστική ψηφοφορία από την ίδια τη Βουλή. 

          Χαρακτηριστική διαφορά των δύο συστημάτων είναι επίσης το γεγονός ότι η Βουλή στο προεδρικό σύστημα δεν μπορεί συνταγματικά να προχωρήσει με πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης που σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα είναι δυνατή και μπορεί να οδηγήσει σε γενικές εκλογές. Με άλλα λόγια στο σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υφίσταται συνταγματική πρόνοια, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση θα πρέπει να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής και η Βουλή δεν μπορεί να προχωρήσει με οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον της κυβέρνησης στην περίπτωση που θεωρεί ότι αυτή δεν επιτελεί στο ακέραιο το έργο της.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων, λοιπόν, ως το συντεταγμένο πολιτειακό όργανο, όπως το άρθρο 61 του συντάγματος ορίζει, ασκεί τη νομοθετική εξουσία επί παντός θέματος, με εξαίρεση τα θέματα που υπάγονται κατά το σύνταγμα στις Κοινοτικές Συνελεύσεις, δηλαδή θεσπίζει, τροποποιεί ή καταργεί κανόνες δικαίου και προβαίνει σε όλες τις προπαρασκευαστικές για τον σκοπό αυτό πράξεις. Τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, με μια καθοριστικής σημασίας απόφαση του σώματος το 1985, αυξήθηκαν σε ογδόντα, από τα οποία τα πενήντα έξι εκλέγονται από την Ελληνική Κοινότητα και τα είκοσι τέσσερα από την Τουρκική Κοινότητα, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το σύνταγμα αναλογία 70% προς 30%, ώστε το κυπριακό κοινοβούλιο να ανταποκρίνεται στον διευρυμένο του ρόλο και να λειτουργεί απρόσκοπτα.

Η προτεινόμενη νομοθεσία υποβάλλεται στη Βουλή υπό μορφή σχεδίων νόμου, δηλαδή νομοσχεδίων και προτάσεων νόμου. Το δικαίωμα υποβολής νομοσχεδίου ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 80 του συντάγματος, στους υπουργούς και των προτάσεων νόμου στους βουλευτές, υπό την ουσιώδη προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να υποβληθεί πρόταση νόμου που να επιφέρει αύξηση των προβλεπόμενων στον κρατικό προϋπολογισμό δαπανών.  Κάθε σχέδιο νόμου που κατατίθεται στη Βουλή συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση, δηλαδή έκθεση που επεξηγεί τους λόγους που επιβάλλουν τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση της νομοθεσίας.

Αμέσως μετά την κατάθεσή τους, τα σχέδια νόμου παραπέμπονται στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για εξέταση και νομοτεχνική επεξεργασία. Σε αυτό το στάδιο καλούνται στην επιτροπή για να εκφράσουν τις απόψεις τους ή και για να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφηνίσεις, εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και εκπρόσωποι μη κυβερνητικών οργανώσεων. Σημαντική αναμφίβολα, για την εξέταση της προτεινόμενης νομοθεσίας σε επίπεδο κοινοβουλευτικών επιτροπών, είναι η πρόσκληση και παρουσία στις συνεδριάσεις των επιτροπών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή εκπροσώπων της Νομικής Υπηρεσίας, με σκοπό τη γνωμοδότηση σε σχέση με τη συνταγματικότητα και άλλα νομικά ζητήματα που αναφύονται στο εν λόγω στάδιο.  

Αξίζει να σταθούμε για λίγο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας συζήτησης των σχεδίων νόμου, γιατί πραγματικά στο δικό μας σύστημα η συζήτηση ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής αποτελεί την πιο ουσιαστική φάση της επεξεργασίας ενός σχεδίου νόμου, η οποία είναι και καθοριστικής σημασίας για την τελική διαμόρφωση και κατάληξή του.

Στο στάδιο αυτό, δίδεται ακόμα η ευκαιρία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή να επικοινωνήσει με τον πολίτη και τα οργανωμένα σύνολα και να εξετάσει ένα σχέδιο νόμου υπό το πρίσμα των απόψεων και των στοιχείων που αυτοί καταθέτουν ενώπιόν της. Η ευχέρεια των κοινοβουλευτικών επιτροπών να καλούν και να ακούν απόψεις στο στάδιο αυτό είναι ευρύτατη. Με βάση τον Κανονισμό της Βουλής, οι επιτροπές έχουν τη δυνατότητα να καλούν όργανα, αρχές, οργανισμούς, σωματεία, συνδέσμους προσώπων, συντεχνίες, αλλά ακόμα και φυσικά πρόσωπα. Όλες αυτές οι απόψεις λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από την επιτροπή και μαζί με τις απόψεις της Νομικής Υπηρεσίας δυνατόν να επηρεάσουν δραστικά την τελική διαμόρφωση ενός σχεδίου νόμου. Στην πράξη θα πρέπει να σας διαβεβαιώσω ότι οι θέσεις των ενδιαφερομένων και κυρίως των οργανωμένων συνόλων πολλές φορές συμβαίνει να συμβάλουν στη διαφοροποίηση της αρχικής θέσης μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής επί ενός ζητήματος, διαφωτίζοντάς την επί πτυχών που ενδεχομένως να μην παρουσιάζονταν ενώπιον της επιτροπής από τους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας.

Θα ήταν συναφώς πάρα πολύ χρήσιμη και ανεκτίμητης αξίας για τη Βουλή των Αντιπροσώπων η συμβολή στο στάδιο αυτό του Πανεπιστημίου Κύπρου και ιδιαίτερα της Νομικής Σχολής του με την κατάθεση των απόψεών του, κυρίως σε συγκεκριμένα σχέδια νόμου με ιδιαίτερη σημασία.  Αυτό θα μπορούσε να γίνει είτε κατόπιν παράκλησης της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής είτε και αυτοβούλως από εσάς. Είμαι βέβαιος ότι η βαρύτητα των απόψεων και εισηγήσεών σας επί ενός σχεδίου νόμου, είτε αυτές αφορούν την ουσία είτε τη νομική του πτυχή, επιβάλλει αυτές να ληφθούν σοβαρά υπόψη από οποιαδήποτε κοινοβουλευτική επιτροπή, αλλά και την ολομέλεια του σώματος. 

Σας καλώ, με αφορμή τη σημερινή μας συζήτηση, να αρχίσουμε μια συστηματική συνεργασία Πανεπιστημίου Κύπρου και Βουλής των Αντιπροσώπων, που οπωσδήποτε θα αποφέρει αμοιβαίο όφελος.

Αφού ολοκληρωθεί η εξέταση των σχεδίων νόμου ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η επιτροπή υποβάλλει έκθεση στην ολομέλεια του σώματος με τις παρατηρήσεις της επί του θέματος, καθώς και την εισήγησή της για ψήφιση ή καταψήφιση. Η γραμματεία της επιτροπής φροντίζει για την ενσωμάτωση στο υπό ψήφιση κείμενο σχεδίου νόμου όλων των αποφάσεων που έχουν ληφθεί είτε ομόφωνα είτε κατά πλειοψηφία, κατά το στάδιο της εξέτασής του ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, για τροποποίηση συγκεκριμένων άρθρων ή για ενσωμάτωση νέων άρθρων στο σχέδιο νόμου με τα οποία επιδιώκεται η ρύθμιση περαιτέρω θεμάτων ή και η βελτίωση συγκεκριμένων άρθρων αυτού.

Η συζήτηση-ψήφιση των σχεδίων νόμου στην ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων ακολουθεί τρία στάδια: καταρχήν συζήτηση, κατ’ άρθρον ψήφιση και στο σύνολο ψήφιση. Οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής, εκτός εάν το σύνταγμα ορίζει άλλως, ψηφίζονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών.

Η ίδια διαδικασία βεβαίως ακολουθείται και για την έγκριση των κανονισμών, της δευτερογενούς δηλαδή νομοθεσίας, που εκδίδονται δυνάμει των οικείων νόμων, για την έγκριση των δημόσιων εγγράφων που κατατίθενται στη Βουλή, καθώς και για την κύρωση διεθνών ή διακρατικών συνθηκών, συμβάσεων και συμφωνιών.   

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως η Βουλή κατά τη διεκπεραίωση της νομοθετικής της λειτουργίας, αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις του πολυδιάστατου κοινοβουλευτικού της έργου επικουρείται επιστημονικά και τεχνοκρατικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες της και η συμβολή τους είναι πραγματικά πολύτιμη.

Οι ψηφισθέντες από τη Βουλή νόμοι και οι εγκριθείσες αποφάσεις τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αφού υπογραφούν από τον Πρόεδρο (και τον Αντιπρόεδρο) της Δημοκρατίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετική ημερομηνία σε αυτά. Πρέπει να αναφέρουμε επίσης πως, εντός δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίησή τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος έχει δικαίωμα να αναπέμψει νόμο ή απόφαση ή μέρος αυτών για επανεξέταση από τη Βουλή, εκθέτοντας ταυτόχρονα τους λόγους της αναπομπής. Σε αυτή την περίπτωση η Βουλή αποφασίζει για το αναπεμφθέν θέμα εντός δεκαπέντε ημερών ή εντός τριάντα ημερών, αν πρόκειται για αναπομπή του κρατικού προϋπολογισμού.

Ως γνωστό, από το 2004, η Κύπρος αποτελεί πλήρες και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλο μέρος της νομοθεσίας που η Βουλή καλείται να θεσπίσει εντάσσεται στον τομέα της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας επέφερε, διά του Πρωτοκόλλου της για τον Ρόλο των Εθνικών Κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναβάθμιση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων με την απευθείας αποστολή σε αυτά όλων των νομοθετικών και συμβουλευτικών εγγράφων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Μια από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι η αναθεώρηση του συντάγματος, του υπέρτατου νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, από την οποία εξαιρούνται τα θεμελιώδη άρθρα του, δηλαδή τα άρθρα που καθορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρικής δημοκρατίας, καθώς και οι διατάξεις που διασφαλίζουν τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Επικαλούμενη το δίκαιο της ανάγκης, αφού στο σύνταγμα προνοείται η εξασφάλιση χωριστής πλειοψηφίας των δύο τρίτων των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων βουλευτών, η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει μέχρι στιγμής αναθεωρήσει το σύνταγμα έξι φορές. Το 2006 μάλιστα με αναθεώρηση του συντάγματος διασφαλίστηκε η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι της εσωτερικής συνταγματικής τάξης.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας δράσης που η Βουλή των Αντιπροσώπων, από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανέπτυξε και αναπτύσσει είναι ο τομέας των Διεθνών Σχέσεων. Η Βουλή ως ενεργό μέλος του διεθνούς στίβου αποτελεί μέλος ευρωπαϊκών και άλλων διεθνών κοινοβουλευτικών οργανισμών, όπου εκπροσωπείται από κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες. Διατηρεί επίσης σχέσεις διμερούς χαρακτήρα με κοινοβούλια άλλων χωρών. Απότοκο της δραστηριότητας αυτής είναι η εγκαθίδρυση ομάδων φιλίας με σαράντα περίπου κοινοβούλια. Η ανάπτυξη αποτελεσματικής κοινοβουλευτικής διπλωματίας για σκοπούς διαφώτισης σε σχέση με το Κυπριακό αποτελεί προτεραιότητα των διεθνών δραστηριοτήτων της Βουλής.

Φίλες και φίλοι,

Ενασκώντας την ελεγκτική του αρμοδιότητα, το κοινοβούλιο δεν περιορίζεται μόνο στο να θεσπίζει κανόνες δικαίου, αλλά επιτηρεί και την εφαρμογή τους. Μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η Βουλή ελέγχει την κυβέρνηση και τα μέλη της με ποικίλους τρόπους και μέσα. Άμεσα η Βουλή ασκεί έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία με την υποβολή ερωτήσεων προς τα αρμόδια υπουργεία και την εγγραφή θεμάτων για συζήτηση στην ολομέλεια. Οι ερωτήσεις που υποβάλλονται από τους βουλευτές αναφέρονται σε θέματα που καλύπτουν όλο το φάσμα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Αν η ερώτηση δεν απαντηθεί από το αρμόδιο υπουργείο μέσα σε τριάντα μέρες ή αν η απάντηση δεν ικανοποιεί το βουλευτή που την υπέβαλε, αυτός έχει το δικαίωμα να εγγράψει σχετικό θέμα για συζήτηση στην ολομέλεια του σώματος.

Έμμεσα ο ρόλος αυτός ασκείται με το δικαίωμα που έχει το κοινοβούλιο να τροποποιεί ή να απορρίπτει εξ ολοκλήρου τα νομοσχέδια που προτείνονται από την εκτελεστική εξουσία και κυρίως τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αναφέροντας τον κρατικό προϋπολογισμό, θα ήθελα να επισημάνω ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού, ο οποίος αποτελεί νόμο, έχει τη δυνατότητα να μειώσει δαπάνες, να περικόψει δαπάνες, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ούτε και να διαφοροποιήσει τον σκοπό για τον οποίο αυτές προορίζονται.  Αυτοί είναι οι περιορισμοί που θέτει το σύνταγμά μας στον νομοθέτη και αποτελούν έκφραση του αυστηρού διαχωρισμού των εξουσιών του πολιτειακού μας συστήματος.

Κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία η Βουλή συστήνει εξεταστική επιτροπή με σκοπό την τεκμηριωμένη και σε βάθος εξέταση κάποιου θέματος, καθώς και στην περίπτωση όπου, λόγω του επείγοντος κάποιου ζητήματος και της ύψιστης σπουδαιότητάς του, το σώμα αποφασίζει να το συζητήσει προ ημερησίας διατάξεως.

Κυρίες και κύριοι,

Επιχείρησα να ιχνογραφήσω την εικόνα του πολύπλευρου έργου που επιτελείται στον τόπο μας από τον κατεξοχήν φορέα της νομοθετικής εξουσίας, τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ένα έργο που δεν υπολείπεται σε ποιότητα και ποσότητα, αναλογικά πάντα ομιλούντες, του έργου άλλων κοινοβουλίων και που διεκπεραιώνεται μάλιστα κάτω από τις πραγματικά αντίξοες συνθήκες μιας μοιρασμένης, ημικατεχόμενης πατρίδας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στις σπουδές σας, αλλά και στη μετέπειτα επαγγελματική σας σταδιοδρομία.


--------------------------