9/3/11

Ομιλία του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Στέφανου Στεφάνου σε Δείπνο-Συζήτηση, στη Βουλή των Κοινοτήτων, στο Λονδίνο
09/03/2011
Να μη μεταδοθεί πριν τις 8.00 μ.μ.



Αγαπητοί προσκεκλημένοι,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στην πρόσκληση της Εθνικής Ομοσπονδίας Κυπρίων Μεγάλης Βρετανίας και βρίσκεστε απόψε εδώ μαζί μας. Η παρουσία σας εδώ αποτελεί έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντός σας για την Κύπρο και το Κυπριακό.

Είναι ενδιαφέρουσα η περίοδος για τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Αυτή η περίοδος άρχισε τον Μάρτιο του 2008. Τότε, οι ηγέτες των δύο κυπριακών κοινοτήτων, Χριστόφιας και Ταλάτ, συμφώνησαν να εισέλθουν σε προπαρασκευαστική διαδικασία για επανέναρξη των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, που είχαν τερματιστεί τον Απρίλιο του 2004.

Η προπαρασκευαστική διαδικασία διήρκησε τρεις μήνες και απέδωσε τρία βασικά πράγματα:

1. Τη συμφωνία επί της βάσης λύσης. Αυτή η βάση είναι η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως αυτή περιγράφεται από τα Ηνωμένα Έθνη, για ένα κράτος με μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Τη βάση αυτή προβλέπουν σωρεία Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

2. Τη συμφωνία επί της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων. Συμφωνήθηκε οι δύο πλευρές να συζητήσουν επί έξι κεφαλαίων της ουσίας του Κυπριακού, με στόχο την εξεύρεση συμφωνημένης λύσης η οποία θα τεθεί προς έγκριση ενώπιον των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, σε χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Συμφωνήθηκε, επίσης, η διαδικασία να αποκλείει χρονοδιαγράμματα και επιδιαιτησίες.

3. Η τρίμηνη προπαρασκευαστική διαδικασία απέδωσε ένα βασικό όγκο θέσεων και προτάσεων από τις δύο πλευρές, οι οποίες αξιοποιήθηκαν ως αφετηρία έναρξης των απευθείας διαπραγματεύσεων, που άρχισαν στις 3 Σεπτεμβρίου 2008.

Χριστόφιας και Ταλάτ διαπραγματεύτηκαν το Κυπριακό περίπου για δυόμισι χρόνια. Οι διαπραγματεύσεις απέδωσαν συγκλίσεις και πρόοδο σε τρία κεφάλαια –στη διακυβέρνηση και διαμοιρασμό εξουσίας, στα ευρωπαϊκά θέματα και στην οικονομία- ενώ στα άλλα τρία –εδαφικές αναπροσαρμογές, ασφάλεια και εγγυήσεις και περιουσιακό, δεν υπήρξε καμιά ουσιαστική σύγκλιση.

Οι διαπραγματεύσεις αυτή την περίοδο ανέδειξαν τη μεγάλη διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Την ίδια ώρα, όμως, αναδείχθηκαν και οι δυνατότητες για να εξευρεθούν συγκλίσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε συμφωνία.

Από τον Μάιο του 2010, όταν αναδείχθηκε ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας ο Ντερβίς Έρογλου μέχρι και σήμερα, η πρόοδος στις διαπραγματεύσεις είναι μηδαμινή. Παρά τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί ότι οι συνομιλίες θα συνεχίζονταν στην ίδια βάση και από το σημείο που είχαν φτάσει με τον κ. Ταλάτ, εντούτοις πολλές από τις θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς είτε αποτελούν οπισθοδρόμηση είτε ανατρέπουν τη βάση διαπραγμάτευσης.

Αυτό το γεγονός, έχει προκαλέσει περισσότερα προβλήματα στη διαπραγματευτική διαδικασία, πέρα από αυτά που μέχρι σήμερα αντιμετώπιζε. Είναι φανερό ότι χρειάζεται να γίνουν νέες κινήσεις και να αναληφθούν νέες πρωτοβουλίες, οι οποίες να αναζωογονήσουν τη δυναμική για λύση και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για να υπάρξουν συγκλίσεις και πρόοδος.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Για την προώθηση των διαπραγματεύσεων, ο κ. Χριστόφιας πρότεινε τη διασυνδεμένη συζήτηση κεφαλαίων του Κυπριακού που αντικειμενικά σχετίζονται μεταξύ τους. Πρότεινε τη συζήτηση του περιουσιακού με αυτή των εδαφικών αναπροσαρμογών και το θέμα των εποίκων.

Παράλληλα, ο κ. Χριστόφιας πρότεινε όπως η περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου παραδοθεί στα Ηνωμένα Έθνη και να αρχίσουν όλες οι απαραίτητες εργασίες ώστε να μπορούν να επιστρέψουν σε αυτή οι νόμιμοι κάτοικοι της πόλης. Αυτό άλλωστε προβλέπεται τόσο στο Ψήφισμα 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας, όσο και στη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων, του 1979. Επιπρόσθετα, ο κ. Χριστόφιας πρότεινε όπως το λιμάνι της Αμμοχώστου τεθεί υπό την αιγίδα της ΕΕ ώστε οι Τουρκοκύπριοι να μπορούν να αναπτύξουν εμπορικές σχέσεις με την Ένωση, χωρίς ασφαλώς να παραβιάζεται η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας εξέφρασε την ετοιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν η Τουρκία αποδεχθεί αυτή την πρόταση, να συζητήσει τον τερματισμό του παγώματος ενταξιακών κεφαλαίων της χώρας, που η Κύπρος έχει παγώσει το 2009, λόγω της άρνησης της Τουρκίας να εκπληρώσει τις κυπρογενείς υποχρεώσεις της που προκύπτουν από το επιπρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της Άγκυρας. Δυστυχώς, ούτε και σε αυτό η Τουρκία ανταποκρίθηκε θετικά.

Ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής και της ντε φάκτο διαίρεσης της Κύπρου, είναι μια επιβεβλημένη ανάγκη των καιρών. Η συνέχιση της εκκρεμότητας του προβλήματος, αποτελεί μόνιμη πηγή κινδύνων στην ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η συνέχιση της τουρκικής κατοχής παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες ολόκληρου του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η συνέχιση της κατοχής, δεν επιτρέπει την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας και προκαλεί μεγάλα προβλήματα στην ενταξιακή πορεία της ίδιας της Τουρκίας. Χωρίς λύση του Κυπριακού και με συνέχιση της κατοχής, η Τουρκία δεν μπορεί να ελπίζει σε ένταξη. Η εκκρεμότητα στο Κυπριακό προκαλεί προβλήματα στην εξέλιξη της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ανάπτυξη των σχέσεών της με διεθνείς οργανισμούς.

Η συνέχιση της κατοχής αποτελεί μεγάλο πρόβλημα και για τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι μαζικά βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας κατά της πολιτικής που η Τουρκία εφαρμόζει εναντίον τους. Μεγάλο μέρος δε των Τουρκοκυπρίων απαιτεί πλέον όπως η Τουρκία εγκαταλείψει την Κύπρο, γιατί η παρουσία της προκαλεί πολλά προβλήματα σε αυτούς. Πλέον, και αυτή ακόμη η επιβίωσή τους στη δική τους γη αποτελεί διακύβευμα ένεκα της παρουσίας εκατοντάδων χιλιάδων εποίκων που η Τουρκία παράνομα έφερε στην κατεχόμενη Κύπρο. Πολύ αποκαλυπτική ήταν η δήλωση στην οποία προέβη ο Τούρκος Πρωθυπουργός σχολιάζοντας τις διαδηλώσεις, λέγοντας ότι η Τουρκία βρίσκεται στην Κύπρο όχι για τους Τουρκοκύπριους, αλλά για τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα.

Για την Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της, η επίλυση του Κυπριακού είναι το διαβατήριο για διασφάλιση των όσων μέχρι σήμερα έχει πετύχει ο λαός με τη σκληρή του εργασία. Δεν ευσταθεί αυτό που συνεχώς η Τουρκία προπαγανδίζει ότι οι Ελληνοκύπριοι τάχα δεν θέλουν λύση, επειδή έχουν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τερμάτισε την προσφυγιά και δεν πήρε τους χιλιάδες των προσφύγων πίσω στα σπίτια τους. Η ένταξη στην ΕΕ δεν τερμάτισε τον παράνομο εποικισμό των κατεχομένων από την Τουρκία. Η ένταξη στην ΕΕ δεν οδήγησε στην αποχώρηση των δεκάδων χιλιάδων κατοχικών στρατευμάτων ούτε και στον τερματισμό του σφετερισμού των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων.

Από την άλλη, η λύση στο Κυπριακό θα απαλλάξει την Τουρκία από ένα μεγάλο βαρίδιο που έχει στις ευρωπαϊκές της φιλοδοξίες. Η λύση, θα βοηθήσει την ΕΕ να προωθήσει την ολοκλήρωσή της.

Όσο περισσότερο η λύση θα ικανοποιεί προδιαγραφές δικαιοσύνης και λειτουργικότητας τόσο περισσότερο θα έχει τις δυνατότητες να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στις απαιτήσεις που εγείρονται ενώπιον κάθε ευρωπαϊκού κράτους στη σύγχρονη εποχή. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνούμε ότι η λύση θα εγκριθεί από τους Κυπρίους σε δημοψηφίσματα γι’ αυτό και θα πρέπει να περιέχει τέτοιες προδιαγραφές που θα τους πείσει να την υπερψηφίσουν.
Η επίτευξη λύσης επιβάλλει την ύπαρξη αμοιβαιότητας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επείγεται για λύση και γι’ αυτό ο Πρόεδρος Χριστόφιας με συνέπεια καταθέτει προτάσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που πλήρως εναρμονίζονται με τη λογική της λύσης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Οι προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς με ρεαλισμό προσεγγίζουν τα διάφορα ζητήματα που εγείρονται από την πρακτική εφαρμογή της λύσης, αλλά ταυτόχρονα επιμένει στην αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Αυτός θα πρέπει να είναι ο κανόνας.

Είναι με ανησυχία που διαπιστώνουμε ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά ολοένα και περισσότερο επαναλαμβάνει τη διχοτομική ρητορική της ύπαρξης δύο ξεχωριστών κρατών και δύο λαών στην Κύπρο. Αυτή η ρητορική καμιά σχέση δεν έχει με την προοπτική της επανένωσης της χώρας και του λαού στα πλαίσια μιας ομοσπονδίας. Αντίθετα! Εξυπηρετεί διευθετήσεις χωριστικές και διχοτομικές, οι οποίες αποτελούν παραβίαση όλων των περί Κύπρου αποφάσεων του ΟΗΕ, της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών.

Οι ανησυχίες μας αναφορικά με τις προοπτικές επίτευξης λύσης αυξάνονται, όταν παρακολουθούμε την προκλητικότητα και την κυνικότητα της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου να αυξάνονται. Η τουρκική ηγεσία συνεχίζει να αγνοεί και να παραγνωρίζει τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ για την Κύπρο. Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος ήταν και παραμένει θύμα της επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας, η Κυπριακή Δημοκρατία υποστηρίζει την ενταξιακή προοπτική της, γεγονός που η Τουρκία δεν εκτιμά και δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κύπρου. Η υποστήριξη της Κύπρου, ωστόσο, δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Η Τουρκία πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κύπρου και της ΕΕ.

Ο καιρός για επίτευξη λύσης έχει ωριμάσει. Ο ρόλος της Τουρκίας για να επιτευχθεί λύση είναι κρίσιμος, όπως επισημαίνει η ΕΕ στα Συμπεράσματα του Συμβουλίου τόσο το 2009 όσο και στο 2010. Δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι, χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας, λύση στο Κυπριακό δεν μπορεί να εξευρεθεί. Επιβάλλεται, λοιπόν, η Τουρκία να λάβει τις αποφάσεις της αναφορικά με το Κυπριακό. Δεν μπορεί να τις αποφεύγει και να αρκείται σε γενικόλογες διακηρύξεις ότι υποστηρίζει λύση.

Η Τουρκία επιβάλλεται να κατανοήσει ότι το Κυπριακό δεν είναι απλά πρόβλημα για την Κύπρο και τους Κυπρίους, αλλά και για την ίδια. Η συνέχιση της εκκρεμότητάς του, όπως πιο πάνω έχουμε αναφέρει, προκαλεί μεγάλα προβλήματα στην υλοποίηση των ευρωπαϊκών της φιλοδοξιών. Το Κυπριακό αποτελεί πρόβλημα για την υλοποίηση της φιλοδοξίας της να αναδειχθεί σε πολιτικό διαμεσολαβητή στην περιοχή.

Η λύση του Κυπριακού μπορεί να αποτελέσει κατάσταση νίκης για όλους. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει να κερδίσουν από τη λύση, αυτό πλήρως το κατανοούμε. Δεν μπορεί, όμως, η λύση να παραγνωρίζει τα συμφέροντα των Κυπρίων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η λύση θα πρέπει να εξυπηρετεί πρώτα απ’ όλα τα δικά τους καλώς νοούμενα συμφέροντα. Σε αυτή, όμως, μπορούν να χωρέσουν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα όλων όσοι εμπλέκονται περιλαμβανομένης της Τουρκίας. Αναμένουμε από τους στενούς συμμάχους της να της το υποδείξουν.