24/8/10

Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια στην τελετή έναρξης των εργασιών της 23ης Συνεδρίας των Κεντρικών Συμβουλίων ΠΟΜΑΚ και ΠΣΕΚΑ και του 5ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ΝΕΠΟΜΑΚ
24/08/2010







Με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζω και φέτος στην Κύπρο μας. Τα φόρα των οργανώσεων των Κυπρίων αποδήμων πάντοτε παρέχουν τη δυνατότητα για διάλογο και συζήτηση για το ρόλο που διαδραματίζουν και τη δραστηριότητα που αναπτύσσουν. Δραστηριότητα αξιοσημείωτη και πολύ σημαντική για την Κύπρο μας, για τον αγώνα του λαού μας για δικαίωση καθώς και για τη διατήρηση και ενίσχυση των δεσμών των αποδήμων μας με την ιδιαίτερή τους πατρίδα.

Η Κυβέρνηση αναγνωρίζει, στηρίζει και ενισχύει το πολύπλευρο έργο που επιτελείτε στις χώρες διαμονής σας. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο άλλωστε το διαπιστώσαμε πλείστες τόσες φορές, ότι εσείς οι απόδημοι λειτουργείτε αποτελεσματικά σαν πρεσβευτές της Κύπρου στο εξωτερικό. Με τη δραστηριότητά σας συμβάλλετε στη διατήρηση της ταυτότητας των νεότερων γενεών των αποδήμων μας, συμβάλλετε στη διατήρηση των ηθών, των εθίμων και των παραδόσεών μας στις κυπριακές παροικίες. Δημιουργείτε έτσι εστίες κυπριακού πολιτισμού στις χώρες που σας φιλοξενούν.

Ταυτόχρονα, με τη δράση σας βοηθάτε στη διαφώτιση και ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης για το εθνικό μας πρόβλημα. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η Κυβέρνηση, στα πλαίσια των δυνατοτήτων της, θα συνεχίσει να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια – υλική, ηθική και πολιτική- για να μπορείτε να συνεχίσετε με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τη σημαντική σας προσφορά προς την Κύπρο μας.

Είναι καθημερινή μας έγνοια η ενίσχυση των προσπαθειών και της δραστηριότητάς σας και πάντοτε εργαζόμαστε για την εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης στα προβλήματα και τις ανάγκες που έχετε. Οι οδηγίες που έχουν δοθεί είναι να προωθούνται έγκαιρα τα διάφορα ζητήματα που σας απασχολούν, μέσω της Υπηρεσίας Αποδήμων και Επαναπατρισθέντων του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των οργανώσεών σας και των αρμόδιων κυβερνητικών τμημάτων.

Σας διαβεβαιώνω ότι οι απόδημοι θα συνεχίσουν να αποτελούν προτεραιότητα της πολιτικής της Κυβέρνησής μας. Η Κυβέρνηση θα συνεχίσει με την ίδια θέρμη να στηρίζει έμπρακτα τη δράση σας. Η εδώ παρουσία σας δίνει ξανά την ευκαιρία για συνέχιση του διαλόγου για τις ανάγκες που έχετε ως κίνημα των αποδήμων, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζετε, αλλά και για τις λύσεις που έχουν δοθεί ή που δρομολογούνται. Αυτός ο διάλογος γίνεται και στις χώρες που διαμένετε μέσα από τις τακτικές επισκέψεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Δείγμα της αποφασιστικότητάς μας να στηρίξουμε τους απόδημους αποτελεί η απόφαση της Κυβέρνησης να διαθέσει ένα σημαντικό ποσό, σε καιρούς οικονομικά δύσκολους ένεκα της οικονομικής κρίσης, για να αποκαταστήσει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την εκπομπή του δορυφορικού προγράμματος του ΡΙΚ, η οποία σε διάφορες περιοχές είχε διακοπεί λόγω προβλημάτων με τον παροχέα. Παράλληλα, θέλω να σημειώσω ότι, μαζί με το ΡΙΚ και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, εργαζόμαστε για να αναβαθμιστεί τόσο η εκπομπή του δορυφορικού σήματος και να καλύψει περισσότερες περιοχές όσο και το περιεχόμενο του δορυφορικού προγράμματος.

Αγαπητοί απόδημοι,

Για μια ακόμα χρονιά η παρουσία σας εδώ, στην ιδιαίτερή σας πατρίδα, γίνεται σε γη ημικατεχόμενη. Γίνεται σε γη που ζει ακόμα με ανοικτές τις πληγές του δίδυμου εγκλήματος του 1974. Του προδοτικού, φασιστικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής που ακολούθησε.

Όραμα και πόθος όλων είναι ο τερματισμός αυτής της κατάστασης που υποθηκεύει το μέλλον της χώρας και του λαού μας, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων. Όλοι προσδοκούμε να επιτευχθεί λύση σύντομα, λύση που θα τερματίζει την κατοχή και θα επανενώνει την πατρίδα και τον λαό μας.

Ο αγώνας μας έχει μερικές σταθερές παραμέτρους. Είναι πρώτα απ’ όλα η βάση της επιδιωκόμενης λύσης, που έχει καθοριστεί από το 1977, επαναβεβαιώθηκε το 1979 στις δύο συμφωνίες υψηλού επιπέδου μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων και έκτοτε καθοδηγεί την ελληνοκυπριακή πλευρά και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στις προσπάθειες για επίτευξη λύσης. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία δεν είναι η ιδανική λύση. Είναι ο συμβιβασμός που η ελληνοκυπριακή κοινότητα έχει αποδεχθεί για να απαλλαγεί ο τόπος από τις καταστροφικές συνέπειες που προκάλεσε η τουρκική εισβολή και κατοχή και να επανενωθεί το κράτος και ο λαός μας.

Είμαστε πεπεισμένοι ότι στα πλαίσια της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας μπορούν να διασφαλιστούν η ενότητα του κράτους, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και οι βασικές ελευθερίες ολόκληρου του λαού. Είναι αυτονόητο ότι η Ενωμένη Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι ένα κράτος με μια και αδιαίρετη κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Αυτό άλλωστε καθορίζει σειρά ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που μαζί με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο μας καθοδηγούν στον αγώνα μας.

Δεύτερη σταθερή παράμετρος είναι ο δικοινοτικός διάλογος υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στα πλαίσια των καλών υπηρεσιών του Γενικού του Γραμματέα. Ο διάλογος είναι το μέσο για επίτευξη ειρηνικής, αμοιβαία αποδεκτής και συμφωνημένης λύσης. Χωρίς διάλογο, χωρίς διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο κυπριακών κοινοτήτων, λύση στις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού δεν μπορεί να επιτευχθεί. Η λύση είτε θα είναι συμφωνημένη, είτε θα επιβληθεί απ’ έξω, κάτι που κατηγορηματικά απορρίπτεται από αυτήν την Κυβέρνηση. Οι εμπειρίες του πρόσφατου παρελθόντος, με την άσκηση επιδιαιτησίας και την ύπαρξη ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος, είναι οδυνηρές. Είναι άλλωστε πολύ γνωστή η κατάληξη της πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ το 2004 η οποία περιλάμβανε λογικές επιδιαιτησίας και τεχνητών χρονοδιαγραμμάτων.

Μέσω του δικοινοτικού διαλόγου όλα αυτά τα χρόνια επιχειρείται η επίτευξη μιας συμβιβαστικής λύσης. Μέχρι σήμερα και παρά τις σκληρές και συνεχείς προσπάθειες δεν έχει γίνει κατορθωτό να την επιτύχουμε. Η μη επίτευξη λύσης δεν θα πρέπει να αποθαρρύνει την πλευρά μας ούτε και να την οδηγεί στην εγκατάλειψη των προσπαθειών. Η συνέχιση της παρούσας κατάστασης δεν εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του λαού μας γι’ αυτό και καμιά σκέψη δεν πρέπει να γίνεται για αποδοχή της ιδέας ότι μπορούμε να συμβιβαστούμε με τη διχοτόμηση.

Η απόρριψη της διχοτόμησης είναι ακόμα μια σταθερή παράμετρος της πολιτικής μας, γιατί διχοτόμηση σημαίνει καταστροφή. Η συνέχιση της κατοχής και της ντε φάκτο διαίρεσης εξυπηρετεί όλες εκείνες τις δυνάμεις που έχουν ως στόχο τη διχοτόμηση της Κύπρου, γι’ αυτό και επενδύουν στην άγονη παρέλευση του χρόνου, στη στασιμότητα και τα αδιέξοδα για να ενισχύουν και να παγιώνουν τα τετελεσμένα της κατοχής.

Έχουμε την πεποίθηση ότι η άσκηση πολιτικής επιβάλλει την υπεράσπιση αρχών αλλά και την ανάληψη πρωτοβουλιών και την υποβολή δημιουργικών προτάσεων. Δεν μπορεί καμιά πολιτική να έχει προοπτικές επιτυχίας όταν περιορίζεται μόνο στην άρνηση και την απόρριψη. Ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο όπου τα συμφέροντα και οι σκοπιμότητες, δυστυχώς, καθορίζουν πολλές φορές πολιτικές αποφάσεις.

Γι’ αυτό από την πρώτη στιγμή αναλάβαμε στοχευμένες πρωτοβουλίες στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης πολιτικής που σχεδιάσαμε. Απευθυνθήκαμε στη διεθνή κοινότητα για να αναζωογονηθεί το ενδιαφέρον της για το Κυπριακό. Απευθυνθήκαμε προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα και ζητήσαμε την επανέναρξη του δικοινοτικού διαλόγου, αφού λειτουργήσουν υποεπιτροπές για συζήτηση και σχετική σύγκλιση στις διάφορες πτυχές του Κυπριακού κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Πρόσθετα επαναβεβαιώθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε η βάση διαπραγμάτευσης. Ο δικοινοτικός διάλογος, όπως είναι γνωστό, έχει αρχίσει από τον Σεπτέμβριο του 2008.

Πάνω σ’ αυτήν τη βάση εργαστήκαμε μαζί με τον κ. Ταλάτ στο πλαίσιο των απευθείας διαπραγματεύσεων για 18 περίπου μήνες. Σ’ αυτές σημειώθηκε πρόοδος σε ορισμένες πτυχές της ουσίας του Κυπριακού, αλλά είναι αλήθεια ότι προσβλέπαμε σε μεγαλύτερη πρόοδο.

Από τον κ. Ταλάτ τη σκυτάλη της ηγεσίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας παρέλαβε ο κ. Έρογλου με τον οποίο συνεχίσαμε τις διαπραγματεύσεις από το σημείο που διακόπηκαν πριν από τις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα. Βρισκόμαστε σήμερα στη συζήτηση του θέματος των περιουσιών. Τις θέσεις των δύο πλευρών στο θέμα χωρίζει μεγάλη απόσταση και οι προοπτικές για γεφύρωσή τους δεν είναι ενθαρρυντικές, αν λάβουμε υπόψη τα αρνητικά μηνύματα που εκπέμπουν ο κ. Έρογλου και η Τουρκία με τις καθημερινές τους δηλώσεις, αλλά και τη συνολικότερη στάση και συμπεριφορά της τουρκικής πλευράς. Με τις δηλώσεις του ο κ. Έρογλου ουσιαστικά αποκαλύπτει τις πραγματικές του προθέσεις για τη λύση του Κυπριακού.

Η δική μας απάντηση σ’ αυτήν τη στάση του κ. Έρογλου είναι η επιμονή στο συμβιβασμό της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας που δεσμεύει τις δύο κοινότητες από το 1977. Έχουμε ισχυρή την άποψη ότι η προσπάθεια αμφισβήτησης της ομοσπονδιακής λύσης δεν πρέπει να οδηγεί σε σκέψεις για εγκατάλειψή της αλλά, αντίθετα, πρέπει να ενισχύει τη δέσμευση και τη συνέπειά μας σ’ αυτήν.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Η ενότητα στο εσωτερικό μας μέτωπο ήταν και παραμένει βασική παράμετρος και προϋπόθεση για την επιτυχία του αγώνα μας. Είμαι σίγουρος ότι από τις χώρες στις οποίες βρίσκεστε παρακολουθείτε την πολυδιάσπαση που παρατηρείται στο εσωτερικό μας μέτωπο. Μας παρακολουθούν, ταυτόχρονα, η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία και επενδύουν, χρησιμοποιώντας τη διάσπαση στο εσωτερικό μας μέτωπο ως όπλο στη φαρέτρα της επιχειρηματολογίας τους, παρουσιάζοντάς την ως ένα στοιχείο αδυναμίας της πλευράς μας να προβεί στις αναγκαίες κινήσεις και να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για λύση του Κυπριακού. Κάποιοι δε φίλοι της Τουρκίας στον διεθνή χώρο τείνουν να συμφωνήσουν με αυτό το λογικοφανές επιχείρημα της Τουρκίας.

Η τουρκική πλευρά, βέβαια, δεν έχει καθόλου δίκαιο. Απλώς εκμεταλλεύεται την κατάσταση στο εσωτερικό μας μέτωπο για να καλύπτει τη δική της άτεγκτη και κωλυσιεργό στάση. Προκαλούμε την Τουρκία να μας δοκιμάσει. Ας προβεί η ίδια σε θετικές χειρονομίες που σχετίζονται με τις διεθνείς πτυχές του προβλήματος κι ας βοηθήσει τον κ. Έρογλου να εμφανιστεί με λογικές προτάσεις για λύση ομοσπονδίας και θα εκπλαγεί με το πόσο αποφασιστικά και άμεσα θα προχωρήσουμε σε μια αμοιβαία αποδεκτή και συμφωνημένη λύση του Κυπριακού.

Θέλω να πιστεύω ότι το ίδιο θα πράξει και η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων στη δική μας πλευρά, δηλαδή ότι θα στηρίξει τέτοιες προσπάθειες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η μη επίτευξη ενότητας και η εμφάνιση πληθώρας διαφορετικών και αλληλοαναιρούμενων ατζέντων στο όνομα της δημοκρατίας και του πλουραλισμού δεν νομίζω ότι δημιουργεί την καλύτερη εικόνα και δεν προσφέρει την καλύτερη υπηρεσία στην υπόθεσή μας. Σήμερα, που η Τουρκία, ένεκα της πληθώρας των σκοπιμοτήτων που κυριαρχούν διεθνώς, αναβαθμίζει –μέσα, αλήθεια, από αντιφάσεις- το ρόλο της, είναι εκ των ων ουκ άνευ η επίτευξη μιας ελάχιστης ενότητας στο εσωτερικό μέτωπο.

Αγαπητοί μου,

Δηλώνω ενώπιόν σας πως, ανεξαρτήτως των δυσκολιών και των προβλημάτων στις διαπραγματεύσεις, εμείς δεν πρόκειται να τις εγκαταλείψουμε. Δεσμευμένοι και συνεπείς στη συμφωνημένη βάση διαπραγμάτευσης θα συνεχίσουμε να προσερχόμαστε στο τραπέζι των συνομιλιών το οποίο είναι ο καθρέφτης της θέλησης της κάθε πλευράς για επίτευξη λύσης. Η πράξη είναι το κριτήριο της αλήθειας, ανεξαρτήτως των διακηρύξεων και των δηλώσεων που γίνονται για το Κυπριακό.

Τόσο η ελληνοκυπριακή όσο και η τουρκοκυπριακή πλευρά καθώς και η Τουρκία, που ο ρόλος της στην επίλυση του Κυπριακού είναι κρίσιμος, πρέπει να κρίνονται από τις ενέργειες και τις προτάσεις τους, των οποίων το περιεχόμενο πρέπει να απαντά σε ένα βασικό ερώτημα: Εξυπηρετούν τη συμφωνημένη βάση λύσης για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ για ένα κράτος με μια και αδιαίρετη κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα ή εξυπηρετούν και στοχεύουν σε κάτι άλλο; Μέσα από αυτήν την αντικειμενική σύγκριση θα πρέπει ο διεθνής παράγοντας να αξιολογεί τις θέσεις της κάθε πλευράς. Για δύο χρόνια διεξάγονται απευθείας διαπραγματεύσεις και το δείγμα των θέσεων της κάθε πλευράς είναι επαρκέστατο για να αποκαλύπτονται προθέσεις. Ένας αντικειμενικός παρατηρητής μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για το ποιος εργάζεται με ειλικρίνεια για λύση επανένωσης στα πλαίσια της ομοσπονδίας και ποιος για κάτι διαφορετικό.

Θέλω για μια ακόμα φορά να υπογραμμίσω ότι οι προτάσεις που καταθέτουμε ως ελληνοκυπριακή πλευρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκονται απολύτως στα πλαίσια της συμφωνημένης βάσης λύσης. Είναι προτάσεις που στηρίζονται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, στο διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο και στις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι προτάσεις που στηρίζονται σε αρχές και που παράλληλα είναι ρεαλιστικές, γιατί λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες που προκάλεσε το δίδυμο έγκλημα του πραξικοπήματος, της εισβολής και της κατοχής. Λαμβάνουν υπόψη τις εύλογες ανησυχίες των δύο κοινοτήτων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής, και στοχεύουν σε μια λύση δίκαιη υπό τις περιστάσεις, βιώσιμη και λειτουργική.

Οι θέσεις μας είναι σαφείς και δεν μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Αποδεικνύουμε καθημερινά στην πράξη ότι επειγόμαστε και εργαζόμαστε για λύση έστω κι αν απέναντί μας συναντούμε θέσεις, προσεγγίσεις και συμπεριφορές που πολλές φορές μας απογοητεύουν και δυσχεραίνουν τις προσπάθειες για λύση.

Με την εποικοδομητική στάση που επιδεικνύουμε έμπρακτα, εργαζόμαστε για να ανοίξει η προοπτική της λύσης. Έτσι εργαστήκαμε μέχρι σήμερα και έτσι θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε. Σαφές δείγμα της θέλησής μας για λύση σύντομα είναι η δέσμη των τριών προτάσεων που έχουμε υποβάλει με στόχο την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων και τη δημιουργία μιας νέας δυναμικής στις προσπάθειες για επίτευξη λύσης.

Οι προτάσεις μας έχουν μερικά πλεονεκτήματα και γι’ αυτό σχολιάζονται ευμενώς από τον διεθνή παράγοντα. Είναι ισορροπημένες και ρεαλιστικές και, όπως έχει δηλώσει ο Έλληνας πρωθυπουργός, «βάζουν ξανά την Κύπρο μπροστά». Προβλέπουν ρόλους, κίνητρα και όφελος για όλους τους εμπλεκομένους στο Κυπριακό. Με χειροπιαστό τρόπο δίνουν διέξοδο σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως είναι η επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων, η καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση του περιουσιακού, η προοπτική της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, η ανάπτυξη σχέσεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να παραβιάζεται η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα. Παρέχουν διέξοδο για τη διευθέτηση των διεθνών πτυχών του Κυπριακού - που περιλαμβάνουν το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, την παρουσία ξένων στρατευμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως και την παρουσία των εποίκων - μέσα από τη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης υπό την αιγίδα του ΟΗΕ όταν οι δύο πλευρές βρεθούν σε ακτίνα συμφωνίας.

Η απόρριψή τους από μέρους της τουρκικής πλευράς δεν μας ξαφνιάζει παρόλο που μας λυπεί. Αυτή η απόρριψη αποδεικνύει για πολλοστή φορά ότι η τουρκική πλευρά παραμένει στην άρνηση και παρότι συνεχώς διατυμπανίζει ότι επιδιώκει λύση μέχρι το τέλος του έτους, στην πράξη τίποτα δεν έχει κάνει για να επιτευχθεί.

Οι δηλώσεις των Τούρκων ηγετών ότι τάχα επείγονται για λύση μέχρι το τέλος 2010 ρίχνουν απλώς στάχτη στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Πέρα από ότι δεν συνοδεύονται από κινήσεις καλής θέλησης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, συνοδεύονται με απειλές για σχέδια Β’ που υποδηλούν νέα τετελεσμένα. Ενδεικτικές είναι οι εντελώς απαράδεκτες δηλώσεις του κ. Έρογλου που μας απειλεί ότι αν οι συνομιλίες οδηγηθούν σε αδιέξοδο θα πάρει ο καθένας τον δρόμο του. Οι θέσεις της τουρκικής πλευράς στο περιουσιακό και η άρνησή της να συνδυαστεί το περιουσιακό με το κεφάλαιο των εδαφικών αναπροσαρμογών και αυτό της μετανάστευσης, ιθαγένειας, αλλοδαπών και ασύλου οδηγούν αντικειμενικά στο ερώτημα μήπως στοχεύουν στο να οδηγηθούμε σε αδιέξοδο για να υλοποιηθούν νέα τετελεσμένα από πλευράς της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας.

Παρά την άρνηση της τουρκικής πλευράς να αποδεχθεί τις προτάσεις μας, εμείς θα συνεχίσουμε την προσπάθεια, μαζί και σε συντονισμό με την Ελλάδα, για την προώθηση και υλοποίησή τους. Σ’ αυτήν την προσπάθεια έχετε και εσείς ρόλο να διαδραματίσετε, με τις σχέσεις και τις επαφές που έχετε με κέντρα αποφάσεων σε σημαντικές χώρες. Επιβάλλεται να σταλεί το μήνυμα πως ο καθοριστικός παράγοντας για λύση στο Κυπριακό είναι η Τουρκία. Γι’ αυτό ο διεθνής παράγοντας - και ειδικά οι χώρες που έχουν στενές σχέσεις με την Τουρκία - πρέπει να στραφεί προς αυτήν και να της ασκήσει επιρροή και πίεση για να εργαστεί για λύση στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου.

Είναι σημαντικό να εκπέμπεται το μήνυμα ότι εμείς εργαζόμαστε για μια λύση που θα αποτελέσει νίκη για όλους, περιλαμβανομένης και της Τουρκίας. Εμείς κατανοούμε πλήρως ότι η επίλυση του Κυπριακού θα λειτουργήσει θετικά για τη διεθνή πολιτική σκηνή. Για τα Ηνωμένα Έθνη τα οποία από το 1964 ασχολούνται με το πρόβλημά μας. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση αφού θα απαλλαγεί από ένα πρόβλημα το οποίο της προκαλεί διάφορες παρενέργειες. Αναμφίβολα, η λύση θα λειτουργήσει θετικά για την παραπέρα ανάπτυξη των ελλαδοτουρκικών σχέσεων αλλά και για τη δημιουργία προϋποθέσεων εξομάλυνσης της κατάστασης στην πολυτάραχη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Το μεγαλύτερο, όμως, όφελος από τη λύση θα πρέπει να το καρπωθεί η επανενωμένη Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία και ολόκληρος ο λαός της, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι. Στόχος μας είναι η Ενωμένη Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία να αποτελέσει το στέρεο έδαφος πάνω στο οποίο Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα οικοδομούν το κοινό τους μέλλον και, ταυτόχρονα, η κάθε κοινότητα θα μπορεί, στα πλαίσια της ομοσπονδίας, να διοικεί ένα από τα συστατικά της μέρη και να καλλιεργεί την ιδιαίτερη πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική της ταυτότητα.

Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για την υλοποίηση αυτού του στόχου ζωής με συνέπεια και αφοσίωση, έχοντας και τη δική σας στήριξη και βοήθεια.

Αγαπητοί απόδημοι,

Μ’ αυτές τις σκέψεις και καλωσορίζοντάς σας ξανά στην Κύπρο, κηρύσσω την έναρξη των εργασιών των Κεντρικών Συμβουλίων της ΠΟΜΑΚ και της ΠΣΕΚΑ καθώς και του 5ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ΝΕΠΟΜΑΚ.