12 Ιανουαρίου 1956. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Η νύχτα παγερή. Ο αέρας χτυπά με μανία τα παράθυρα της φυλακής στην Ομορφίτα και η σιωπή μοιάζει να κρατά την ανάσα της.
Στα πέτρινα σκαλοπάτια ανεβαίνει ένας ολόκληρος στρατάρχης. Η παρουσία του επιβλητική. Οι φρουροί στέκουν ακίνητοι. Σιγή.
Σταματά μπροστά σε ένα κελί. Η πόρτα ανοίγει.
Ο στρατάρχης αναζητεί με το βλέμμα του τον κρατούμενο στο σκοτεινό εκείνο περιβάλλον. Τον εντοπίζει και κάθεται σε μια καρέκλα. Στέκεται ο κρατούμενος μπροστά στον στρατάρχη και τον αναγκάζει τελικά να σταθεί κι αυτός. Άθελά του ο στρατάρχης αναγνωρίζει το κολοσσιαίο ανάστημα του αγωνιστή. Ο στρατάρχης προσπαθεί να τον δελεάσει.
Του προτείνει το μυθικό για την εποχή εκείνη ποσό των 500 χιλιάδων λιρών για να προδώσει τον Διγενή.
Το βλέμμα του αγωνιστή φλογίζει. Με την πιο μεγάλη ηρεμία και σαφήνεια του απαντά «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί Αρετής». Ο στρατάρχης είναι ο στυγνός, αιματοσταγής κυβερνήτης Harding. Ο κρατούμενος είναι ο ήρωας, ο θρυλικός αγωνιστής Κυριάκος Μάτσης.
Και τότε, μέσα σε εκείνο το κελί, δεν ορθώνεται μόνο ένας άνθρωπος. Ορθώνεται ολόκληρο το ηθικό ανάστημα του Ελληνισμού.
Οι στιγμές αυτές συμπυκνώνουν το αθάνατο φρόνημα που χαρακτηρίζει τους ήρωες του Έθνους μας. Μπορεί να τους χωρίζουν αιώνες, όμως τους ενώνουν δεσμοί υπέρτεροι της ανθρώπινης φθοράς. Τους ενώνει η ακατάλυτη προσήλωση στην ελευθερία. Εκείνη η δύναμη της ψυχής που κάνει τους λίγους να ορθώνονται απέναντι στους ισχυρούς και να μένουν στην ιστορία ως νικητές της αιωνιότητας.
Αυτό το νήμα ενώνει τους αγωνιστές του Μοριά και της Ρούμελης με τους ήρωες των κρησφυγέτων, των βουνών και των φυλακισμένων μνημάτων. Είναι το νήμα της τιμής. Το νήμα της αξιοπρέπειας. Το νήμα της ελευθερίας.
Με αισθήματα βαθιάς συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας βρισκόμαστε σήμερα, για να τιμήσουμε δύο κορυφαίους σταθμούς της ιστορικής μας διαδρομής.
Δύο εθνικές επετείους που δεν ανήκουν μόνο στο χθες, αλλά φωτίζουν το σήμερα και δείχνουν τον δρόμο του αύριο. Την 25η Μαρτίου 1821 και την 1η Απριλίου 1955.
Η 25η Μαρτίου του 1821 δεν ήταν απλώς η απαρχή μιας επανάστασης. Ήταν η ανάσταση ενός Έθνους. Ήταν η ώρα, κατά την οποία ένας λαός, έπειτα από αιώνες δουλείας, αποφάσισε ότι η ελευθερία δεν αποτελεί μακρινό όνειρο, αλλά ιστορική αναγκαιότητα.
Ήταν απόφαση υπαρξιακή. Απόφαση ζωής και θανάτου. Απέναντι σε μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, οι Έλληνες σήκωσαν το ανάστημά τους επειδή διέθεταν την ακατάβλητη βεβαιότητα ότι υπάρχουν ώρες στην ιστορία, κατά τις οποίες οι λαοί είτε επιλέγουν να ζήσουν ελεύθεροι είτε παραιτούνται από την ίδια τους την αξιοπρέπεια.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Εθνεγερσία ταυτίστηκε με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας συνδέθηκε με το χαρμόσυνο μήνυμα της εθνικής ανάστασης. Και έτσι η πίστη έγινε σάλπισμα. Η μνήμη έγινε όρκος. Και ο πόθος της λευτεριάς μετατράπηκε σε πράξη θυσίας.
Από τα βουνά της Ρούμελης μέχρι την Πελοπόννησο, από τα νησιά μέχρι κάθε γωνιά του υπόδουλου Ελληνισμού, γράφτηκε ένα νέο έπος. Ένα έπος αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και ηρωισμού. Οι μορφές του 1821 δεν ανήκουν μόνο στην ελληνική ιστορία. Ανήκουν στην παγκόσμια ιστορία των λαών που τόλμησαν να αντισταθούν στην καταπίεση και να διεκδικήσουν το αυτονόητο δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τη μοίρα τους.
Και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο του Αγώνα του 1821. Δεν γέννησε μόνο ένα κράτος. Αναγέννησε μια ιστορική συνείδηση.
Συγκίνησε συνειδήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, γέννησε το ισχυρό φιλελληνικό ρεύμα, μετέβαλε πολιτικές ισορροπίες και υπενθύμισε ότι τα έθνη δεν είναι απλώς γεωγραφικά όρια, αλλά κοινότητες μνήμης, αξιών και πεπρωμένου.
Η Κύπρος, πιστή στον Ελληνισμό και στις πανανθρώπινες αυτές αρχές, έδωσε το δικό της παρών στον Αγώνα του Γένους και κράτησε ζωντανή μέσα της τη φλόγα της ελευθερίας, σε αυτό το ιστορικό κάλεσμα. Με τη θυσία των δικών της τέκνων. Με τη συμβολή των παιδιών της. Με τη διαχρονική της προσήλωση στις αξίες της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της εθνικής συνέχειας.
Και εκείνη η φλόγα δεν έσβησε. Διέσχισε τον χρόνο. Πέρασε από γενιά σε γενιά. Κατοίκησε στις ψυχές των Κυπρίων. Έγινε χρέος, όρκος και ευθύνη. Και έμελλε να βρει τη νέα ιστορική της έκφραση το ξημέρωμα της 1ης Απριλίου 1955.
Τότε, η Κύπρος σήκωσε το δικό της ανάστημα απέναντι στην αποικιοκρατία. Τότε, ένας μικρός τόπος απέδειξε, για ακόμη μία φορά, ότι η ελευθερία δεν είναι ζήτημα αριθμών, αλλά ψυχής.
Οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, με αρχηγό τον Διγενή, δεν βγήκαν στον αγώνα επειδή τους ευνοούσαν οι περιστάσεις. Βγήκαν στον αγώνα επειδή δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς. Επειδή η ιστορία τούς καλούσε και εκείνοι απάντησαν.
Άνδρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, μαθητές, δάσκαλοι, αγρότες, εργάτες, κληρικοί, άνθρωποι απλοί, έγιναν κρίκοι της ίδιας αλυσίδας αυταπάρνησης. Σε πόλεις και χωριά, σε βουνά και σε κρησφύγετα, σε υπόγεια και σε σχολικές αίθουσες, η Κύπρος έγραψε το δικό της έπος. Ένα έπος που δεν μετριέται μόνο με τις επιχειρήσεις και τις μάχες, αλλά με το μέγεθος των ψυχών που το υπηρέτησαν.
Ήταν οι νέοι μας που προχώρησαν προς τις αγχόνες με το βλέμμα καθαρό και φωτεινό. Ήταν οι αγωνιστές μας που άντεξαν ανακρίσεις και βασανιστήρια χωρίς να λυγίσουν. Οι μάνες που παρέδωσαν τα παιδιά τους στην πατρίδα. Οι φυλακισμένοι, οι καταζητούμενοι, οι νεκροί και οι αθάνατοι, που η πίστη τους συνέτριψε τον φόβο.
Η 1η Απριλίου του 1955 είναι το σημείο, στο οποίο ο κυπριακός ελληνισμός συναντά το υψηλότερο ηθικό του ανάστημα. Είναι η στιγμή, κατά την οποία αυτός ο τόπος διακήρυξε προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν αποδέχεται την υποταγή ως κανονικότητα και τη σκλαβιά ως πεπρωμένο.
Οι ήρωες της ΕΟΚΑ δεν μας κληροδότησαν μόνο συγκίνηση. Μας κληροδότησαν μέτρο. Ευθύνη. Μας δίδαξαν ότι η πατρίδα δεν υπηρετείται με μεγάλα λόγια, αλλά με πίστη, συνέπεια και αντοχή. Μας δίδαξαν ότι η ελευθερία απαιτεί κόστος και ότι η ιστορία δικαιώνει εκείνους που ξέρουν να στέκονται όρθιοι όταν όλα γύρω τους τούς θέλουν γονατισμένους.
Από τη θυσία εκείνης της γενιάς προέκυψε το ανεξάρτητο κράτος μας. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα κρατικό σχήμα. Είναι η ιστορική και πολιτική κατοχύρωση των αγώνων του λαού μας. Είναι το θεμέλιο της συνέχειάς μας. Είναι η ασπίδα που μας θωρακίζει. Είναι η πολύτιμη συλλογική κατάκτηση του κυπριακού ελληνισμού.
Και ακριβώς γι’ αυτό, το χρέος μας σήμερα είναι βαρύ. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να ενισχύει τη διεθνή της υπόσταση, να θωρακίζει τους θεσμούς της, να ενδυναμώνει την αποτρεπτική της ισχύ, να προοδεύει και να δημιουργεί προοπτική για τον λαό της. Και αυτό πράττουμε, ενδυναμώνοντας όλους τους παράγοντες ισχύος της πατρίδας μας, εσωτερικούς και εξωτερικούς.
Δεν λησμονούμε ούτε στιγμή ότι η πατρίδα μας εξακολουθεί να φέρει το τραύμα της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Δεν λησμονούμε τους πρόσφυγές μας, τους αγνοουμένους μας, τους εγκλωβισμένους μας, τις κατεχόμενες κοινότητές μας, τα βεβηλωμένα μνημεία μας, τις πατρογονικές εστίες που περιμένουν δικαίωση.
Γι’ αυτό και παραμένει αμετακίνητος στόχος μας η απελευθέρωση της πατρίδας μας και η επίτευξη μιας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης του Κυπριακού, στη βάση των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, των αρχών, αξιών και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το μήνυμα που στέλνουμε προς κάθε κατεύθυνση είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ και οικουμενικό:«Γιατί ας μη διαπραγματευτούμε ποτέ από φόβο. Αλλά ας μη φοβηθούμε ποτέ να διαπραγματευτούμε.»
Είμαστε έτοιμοι για τον διάλογο, για την παράθεση επιχειρημάτων, για την πρόταξη θέσεων και επιδιώξεων. Αυτό επιδιώκουμε, το αυτονόητο.
Αποζητούμε ό,τι και οι πρόγονοί μας, αλλά και ό,τι απολαμβάνουν όλοι οι ευρωπαίοι εταίροι μας: μια πατρίδα ελεύθερη, απαλλαγμένη από στρατεύματα κατοχής και αναχρονιστικές εγγυήσεις.
Μια πατρίδα όπου κάθε πολίτης θα ζει με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ίσα δικαιώματα.
Γι’ αυτό, σήμερα, το μήνυμα αυτής της επετείου είναι πιο επίκαιρο από ποτέ: λαός ενωμένος που δεν ξεχνά μπορεί να πετύχει τους πιο υψηλούς στόχους. Η διπλωματία απαιτεί εθνική ενότητα και η ενότητα μνήμη.
Γιατί οι λαοί που δικαιώνονται δεν είναι εκείνοι που παραιτούνται. Είναι εκείνοι που μένουν ενωμένοι. Εκείνοι που θυμούνται. Μόνο τότε η ανάγκη της ιστορίας συναντά την ιστορικότητα της ανάγκης.
Όταν αφήνουμε στην άκρη τα μικρά που μας βαραίνουν και στρεφόμαστε προς τα μεγάλα που μας αξίζουν. Όταν το εγώ σιγήσει, για να ακουστεί το εμείς.
Γι’ αυτό έχουμε χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές. Να μιλάμε για το έπος της ΕΟΚΑ και το έπος του ‘21. Όχι για να τους αντιγράψουν, αλλά για να τους γνωρίσουν. Όχι για να τους επαναλάβουν, αλλά για να τους θαυμάσουν και να αντλήσουν δύναμη από αυτούς.
Να μάθουν ότι αυτός ο τόπος δεν γεννήθηκε από συμπτώσεις. Γεννήθηκε από θυσίες. Και κάθε γενιά έχει ευθύνη να τιμά αυτές τις θυσίες, όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις ενότητας.
Να μην αναζητούμε ήρωες αλλού. Έχουμε ήρωες, περισσούς που φωτίζουν το παρελθόν μας και δείχνουν τον δρόμο για το μέλλον.
Ελάχιστη ανταπόδοση στη θυσία των ηρώων μας είναι να φανούμε αντάξιοι της μνήμης τους. Να μην επιτρέψουμε στη λήθη να διαβρώσει την ιστορική μας συνείδηση. Να περιφρουρήσουμε τις αξίες μας και να δώσουμε στη νέα γενιά όχι απλώς γνώση του παρελθόντος, αλλά λόγους να αισθάνεται περήφανη γι’ αυτό και αποφασισμένη να το τιμήσει.
Θέλω λοιπόν να επαινέσω θερμά τους φίλους Προέδρους και τα αγαπητά μέλη των Σωματείων ΘΟΙ και «Ελληνισμός» Αλάμπρας για τη διαρκή τους δραστηριοποίηση, για την ευρύτερη προσφορά τους και για την πρωτοβουλία της αποψινής εκδήλωσης. Θέλω επίσης να συγχαρώ όλους τους συντελεστές της, όσους εργάστηκαν με αγάπη και αίσθημα ευθύνης, για να καταστεί η αποψινή βραδιά μια γνήσια προσφορά μνήμης και τιμής.
Ιδιαίτερα, όμως, θέλω να σταθώ στα νέα παιδιά που βρίσκονται απόψε και που ανεβαίνουν στη σκηνή, για να ζωντανέψουν τη ζωή και τη δράση του Γιώργου Ολύμπιου.
Μέσα από τη δική τους παρουσία αποδεικνύεται ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι σκονισμένο απομεινάρι του παρελθόντος. Είναι ζωντανή δύναμη. Είναι συνέχεια. Είναι υπόσχεση. Είναι η απόδειξη ότι ο τόπος αυτός διαθέτει ακόμη τις ηθικές εφεδρείες που χρειάζεται.
Όταν οι νέοι μας επιλέγουν να υπηρετήσουν τη μνήμη, τότε μπορούμε να ελπίζουμε.
Όταν συνειδητοποιούν ότι κάποιοι πριν από αυτούς θυσίασαν τα πάντα για την πατρίδα, τότε αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και το εθνικό φρόνημα δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά τρόπος ζωής και στάση ευθύνης.
Ας εμπνευστούμε λοιπόν από όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες του Έθνους μας. Ας κρατήσουμε μέσα μας τη φλόγα εκείνων που δεν λύγισαν όταν η πατρίδα τούς κάλεσε να σταθούν στο ύψος της ιστορίας.
Και ας επιστρέψουμε, κλείνοντας, σε εκείνο το κελί της Ομορφίτας.
Εκεί όπου ένας πανίσχυρος εκπρόσωπος της αυτοκρατορίας στάθηκε απέναντι σε έναν δεσμώτη, πιστεύοντας πως κρατούσε στα χέρια του τη δύναμη. Και όμως, στο τέλος, ελεύθερος ήταν ο κρατούμενος και δέσμιος ο ισχυρός.
Διότι ο ένας κρατούσε εξουσία, ενώ ο άλλος κρατούσε κάτι ασύγκριτα ανώτερο. Κρατούσε πίστη. Κρατούσε χρέος. Κρατούσε αρετή.
Και αυτή είναι, τελικά, η μεγάλη συνέχεια του Ελληνισμού.
Από το 1821 έως το 1955.
Από την Παλιγγενεσία έως την ΕΟΚΑ.
Από τις θυσίες των προγόνων μας έως το δικό μας χρέος σήμερα.
Μπορεί να τους χωρίζουν αιώνες.
Όμως τους ενώνει η ίδια αθάνατη ψυχή.
Γιατί, όπως ειπώθηκε, η μνήμη, η ελπίδα και η ψυχή είναι τα μόνα που δεν μπορούν να μας στερήσουν, το αδιάλειπτο νήμα που μας δένει με το χθες και μας οδηγεί στο αύριο.
Και αυτό το νήμα δεν μπορεί κανείς να το σπάσει, γιατί όπως λέει και ο ποιητής μας Μιχάλης Πασιαρδής:
«… σιίλια χρόνια να θκιαβούν όσοι τζιαιροί τζ’ αν πάσι
η Κύπρος εν γιαλλόου μας π’ Ακάμαν ως Καρπάσι…»
Τιμή στη γη που γέννησε, έθρεψε και έρανε με τα νάματα του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης τούτα τα άξια τέκνα.
Αθάνατοι ήρωες,
Υποκλινόμαστε ευλαβικά στις θυσίες σας που γενναία διατήρησαν την πίστη στα ιδανικά.
Η φωτοβόλος μνήμη σας θα είναι αιώνια, όπως ασταμάτητος θα είναι και ο δικός μας αγώνας ως την τελική δικαίωση, ως τη δικαίωση της θυσίας σας.
