11/6/13

Ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 11/06/2013

Πώληση των δραστηριοτήτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα

Η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών τέθηκε από τους διεθνείς δανειστές της Κύπρου ως προϋπόθεση για την έγκριση του πακέτου βοήθειας προς την Κύπρο. Εντός του πλαισίου αυτού, μεταξύ της 11ης και της 13ης Μαρτίου 2013, έγιναν επαφές της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών με την Τράπεζα της Ελλάδος και το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στην παρουσία εκπροσώπων της Τρόικας της Κύπρου και της Ελλάδας. Από τις επαφές αυτές προέκυψε χάσμα μεταξύ των δύο μερών, και τότε το θέμα ανέλαβε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζοντας το πλαίσιο όρων πώλησης, το οποίο περιλάμβανε το τίμημα πώλησης και την αξία αποτίμησης των δανείων. Τα δάνεια αποτιμήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες ζημιές που υπολόγισε η PIMCO κάτω από το ακραίο σενάριο. Η αποτίμηση των δανείων κάτω από το ακραίο σενάριο είχε χρησιμοποιηθεί και σε άλλες πρόσφατες εξαγορές τραπεζών στην Ελλάδα.

Με τους όρους πώλησης συμφώνησε και η Κεντρική Τράπεζα αφού, υπό τις περιστάσεις, ήταν το καλύτερο που μπορούσε να επιτευχθεί. Το τίμημα και οι όροι πώλησης επικυρώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, στα πλαίσια των δύο Eurogroup του Μαρτίου, ως μέρος της τελικής συμφωνίας. Μετά από πολιτική παρέμβαση επιτεύχθηκε βελτίωση στο τίμημα πώλησης σε σχέση με το τι συμφωνήθηκε στο πρώτο Eurogroup. Επίσης, διευκρινίζεται ότι οι πραγματοποιηθείσες ζημιές που αφορούν το δανειακό χαρτοφυλάκιο που πωλήθηκε δεν επηρεάζουν το κεφαλαιακό έλλειμμα των τραπεζών αφού αυτές περιλαμβάνονταν στους υπολογισμούς της PIMCO. Δηλαδή, οι τράπεζες θα έπρεπε ούτως ή άλλως να εξεύρουν τα αντίστοιχα κεφάλαια για να καλύψουν τις ζημιές αυτές.

Η επιλογή της Τράπεζας Πειραιώς ως του αγοραστή έγινε από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο κατέβαλε στον αγοραστή τα απαιτούμενα κεφάλαια που προέκυψαν από την εξαγορά αυτή. Η Κύπρος δεν είχε καμία ανάμιξη στην επιλογή του αγοραστή. Για την κυπριακή πλευρά δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ των διαφόρων υποψήφιων αγοραστών, αφού οι όροι πώλησης ήταν συμφωνημένοι και δεν διαφοροποιούνταν ανάλογα με τον αγοραστή.

Μεταξύ της 23ης και της 26ης Μαρτίου 2013 έγιναν διαπραγματεύσεις από την Κεντρική Τράπεζα με εκπροσώπους της Τράπεζας Πειραιώς, οι οποίες αφορούσαν τη συνομολόγηση του νομικού εγγράφου για τη συμφωνία πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών και όχι το τίμημα και τους όρους της πώλησης, οι οποίοι ήταν δεδομένοι και για τον αγοραστή και για τον πωλητή.

Τα δύο συμβόλαια για την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα υπογράφηκαν από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας υπό την ιδιότητά του ως επικεφαλής της Αρχής Εξυγίανσης. Εκ μέρους της ελληνικής τράπεζας υπέγραψαν εξουσιοδοτημένοι αξιωματούχοι μετά από απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Η Κεντρική Tράπεζα συμφώνησε με την πώληση αυτή αφού, κάτω από τις συνθήκες τις οποίες αυτή επιβλήθηκε, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση. Εκτός του ότι το θέμα της πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την έγκριση του πακέτου στήριξης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε στις 21 Μαρτίου 2013 την απόφασή της για παγοποίηση, μέχρι τις 25 Μαρτίου 2013, του ELA στο επίπεδο που ήταν τότε και ότι η συνέχιση παροχής ELA θα εξεταζόταν μόνον αν υπήρχε πρόγραμμα στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο θα παρείχε διαβεβαιώσεις για τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Αυτό σήμαινε ότι οι τράπεζες που στηρίζονταν στο ELA δεν θα μπορούσαν να πάρουν επιπρόσθετη ρευστότητα και σε περίπτωση απόσυρσης καταθέσεων τις οποίες δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν, θα κατέρρεαν και θα ενεργοποιείτο το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων για να πληρώσει τους ασφαλισμένους καταθέτες με ολέθριες συνέπειες σε όλο το τραπεζικό σύστημα και στην ίδια την Κυβέρνηση.

Επιπρόσθετα, από τη στιγμή που προχωρούσαμε με συνεισφορά των ανασφάλιστων καταθετών στην ανακεφαλαιοποίηση των δύο τραπεζών, τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να ξανανοίξουν. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν θα είχε τη δυνατότητα να επιβάλει σε αυτά περιορισμούς στη διακίνηση κεφαλαίων, θα υπήρχαν μαζικές αποσύρσεις καταθέσεων με αποτέλεσμα την κατάρρευση των τραπεζών και την ενεργοποίηση του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων της Κύπρου. Σημειώνεται ότι οι ασφαλισμένες καταθέσεις στα ελληνικά υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών υπολογίζονται σε περίπου €9 δις.

Με την πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών τερματίστηκε η αρνητική αλληλεπίδραση που υπήρχε μεταξύ των οικονομιών των δύο χωρών και επιτεύχθηκε η άμεση σμίκρυνση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος κατά περίπου 130% του ΑΕΠ της Κύπρου.