2/7/14

Ανασκαφή της Σουηδικής Αποστολής στη θέση Δρομολαξιά- Βυζατζιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ)

Ανασκαφή της Σουηδικής Αποστολής στη θέση
Δρομολαξιά- Βυζατζιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ)


Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, ανακοινώνει τη συμπλήρωση των ανασκαφών του έτους 2014 στη θέση της Ύστερης Εποχής του Χαλκού Δρομολαξιά-Βυζατζιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ), κοντά στοn Διεθνή Αερολιμένα της Λάρνακας και στο γνωστό ομώνυμο τέμενος. Οι ανασκαφές είχαν διάρκεια πέντε εβδομάδων και πραγματοποιήθηκαν εντός του Μαΐου και του Ιουνίου 2014 από ομάδα του Πανεπιστημίου του Gothenburg της Σουηδίας, υπό τη διεύθυνση του Καθηγητή Peter M. Fischer.

Οι φετινές ανασκαφές αποκάλυψαν άγνωστα μέχρι σήμερα τμήματα της αρχαία πόλης, που χρονολογούνται στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (14ος-12ος αι. π.Χ.). Υπολογίζεται ότι η πόλη είχε έκταση 25-50 εκτάρια. Μέχρι στιγμής έχει εξερευνηθεί ένα μικρό μόνο τμήμα της πόλης, η οποία φαίνεται να ιδρύθηκε τον 16ο αι. π.Χ., να ήκμασε τον 13ο αιώνα π.Χ. και να καταστράφηκε τον 12ο αι. π.Χ. οπόταν και εγκαταλείφτηκε. Οι αιτίες που οδήγησαν στην παρακμή της πόλης δεν είναι ξεκάθαρες, παρόλο που πιθανόν να αφορούσαν εισβολές από ξένους πληθυσμούς αλλά και κλιματικές αλλαγές.

Με στόχο τον εντοπισμό θαμμένων αρχιτεκτονικών καταλοίπων χρησιμοποιήθηκαν το 2013 μέθοδοι ανίχνευσης με υπεδάφιο ραντάρ και μαγνητομετρικό εξοπλισμό, μέσα στα πλαίσια του προγράμματος συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου του Gothenburg (Καθ. Peter Fischer) και του Πανεπιστημίου της Βιέννης (Δρ. Immo Trinks). Το γεωφυσικό αυτό πρόγραμμα εντόπισε ένα μέχρι στιγμής άγνωστο τμήμα της πόλης. Η μέθοδος εντοπισμού με υπεδάφιο ραντάρ δημιουργεί ‘ακτινογραφίες’ των λίθινων στοιχείων κάτω από τη γη σε βάθος μέχρι και δύο μέτρα. Η μέθοδος με τη χρήση μαγνητόμετρου καταγράφει διάφορες κατασκευές όπως εστίες, συγκεντρώσεις κεραμικής και αποθέτες (λάκκους) αποθήκευσης ή απόρριψης. Τα αποτελέσματα των φετινών ανασκαφών επιβεβαίωσαν αυτά των γεωφυσικών ερευνών.
Πραγματοποιήθηκαν επίσης ανασκαφές στην περιοχή παραγωγής χαλκού που είχε εντοπιστεί το 2013. Μέσα σε έναν κυκλικό αποθέτη (διαμέτρου περίπου ενός μέτρου), βρέθηκε ένα ακέραιο κουλουροειδές τάλαντο από κράμα χαλκού και κασσίτερου και βάρους σχεδόν 1,5 κιλό. Έγινε επί τόπου ανάλυση του ταλάντου με συσκευή XRF (ανάλυση με ακτινογραφίες) η οποία έδειξε ότι περιέχει 95,5% χαλκό, 2,6% κασσίτερο και ίχνη σιδήρου, ψευδάργυρου, μόλυβδου, κοβάλτιου, βανάδιου, τιτάνιου και θείου.

Οι ανασκαφές πλησίον της περιοχής παραγωγής χαλκού αποκάλυψαν οικιστικές μονάδες στις οποίες φαίνεται να πραγματοποιούνταν μικρής κλίμακας βιοτεχνικές δραστηριότητες που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων το βάψιμο υφασμάτων και την παραγωγή αγγείων. Στην περιοχή αυτή βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες τοπικής και εισηγμένης κεραμικής. Η εισηγμένη είναι κοσμημένη και ιδιαίτερα καλής ποιότητας και προέρχεται κυρίως από τις περιοχές με Μυκηναϊκή πολιτιστική επιρροή (κυρίως Ελλάδα, Αιγαίο), αλλά και από την ανατολική Μεσόγειο. Άλλα ευρήματα περιλαμβάνουν δακτυλίδια, σκουλαρίκια και χάλκινα εργαλεία. Τα αντικείμενα από αυτό το τμήμα της αρχαίας πόλης διακρίνονται για την ιδιαίτερα καλή τους ποιότητα και φανερώνουν ότι οι άνθρωποι που σχετίζονταν με την παραγωγή χαλκού διέθεταν την οικονομική ευχέρεια να αποκτούν είδη πολυτελείας και πιθανόν να ανήκαν σε ψηλά κοινωνικά στρώματα.

Η Σουηδική αποστολή κατέγραψε πέντε πηγάδια τα οποία ήταν ήδη μερικώς ορατά. Εντός ενός πηγαδιού (βάθους 7 μ. και διαμέτρου 1,5 μ.) βρέθηκε ένα ακέραιο ειδώλιο ταύρου. Το αντικείμενο αυτό ήταν πιθανόν μια προσφορά προς τη «Θεότητα του Πηγαδιού». Το συγκεκριμένο πηγάδι όμως φαίνεται να είχε αποξηρανθεί σε κάποιο στάδιο και συνεπώς τέθηκε σε αχρηστία. Χρησιμοποιήθηκε όμως ως λάκκος απόρριψης αφού βρέθηκε εντός του ακέραιος σκελετός αλόγου. Ανάμεσα στα οστά του σκελετού αυτού βρέθηκε ένας εξαιρετικής ποιότητας σφραγιδοκύλινδρος από αιματίτη. Ο σφραγιδοκύλινδρος προέρχεται από την περιοχή της σημερινής Συρίας και κοσμείται με σκηνή κυνηγίου με τρεις κυνηγούς και τρία κερασφόρα θηράματα. Δίπλα από το πηγάδι αυτό ανασκάφηκε άλλο κυκλικό ‘πηγάδι’, 4 μ. βάθους, το οποίο περιελάμβανε αρκετά ακέραια εισηγμένα Μυκηναϊκά αγγεία. Το πηγάδι αυτό είναι πολύ ρηχό και πιθανόν να μην συνδέεται με νερό αλλά με τις προσφορές σε «Θεότητα του Πηγαδιού».

Το τρίτο πηγάδι στην περιοχή επίσης αποξηράθηκε κατά την αρχαιότητα και χρησιμοποιήθηκε ξανά ως χώρος ταφής ανθρώπων και ζώων. Εντός αυτού βρέθηκαν έξι ανθρώπινοι σκελετοί, ένας σκελετός μεγάλου σκύλου και ενός κατσικιού. Δεν βρέθηκαν ταφικά κτερίσματα και έτσι υποθέτουμε ότι τα άτομα που θάφτηκαν ανήκαν σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα και ίσως να ήταν σκλάβοι. Εν τούτοις, παρατηρήθηκε ότι ένα από τα ανθρώπινα κρανία είχε τροποποιηθεί συνειδητά, χαρακτηριστικό που ίσως κατά την αρχαιότητα να συνδεόταν με άτομα υψηλής κοινωνικής στάθμης. Η τεχνητή τροποποίηση του κρανίου πραγματοποιείτο κατά τη βρεφική ηλικία και πιθανόν να αντανακλούσε και μόδες όσον αφορά στην εξωτερική εμφάνιση.

Η παραγωγή χαλκού και μπρούντζου αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας στη θέση Δρομολαξιά-Βυζατζιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ). Ο μπρούντζος υπήρξε ιδιαίτερα πολύτιμο υλικό κατά την Εποχή του Χαλκού αλλά και αργότερα την Εποχή του Σιδήρου, δηλαδή μετά το 1050 π.Χ. Πρόκειται για κράμα που περιέχει περίπου 90% χαλκό και 10% κασσίτερο, μαλακά μέταλλα και τα δύο, που εάν ενωθούν δημιουργούν μέταλλο σκληρότερο και από το σίδερο. Ο μπρούντζος χρησιμοποιείτο για την παραγωγή αντικειμένων όπως όπλων, εργαλείων και κοσμημάτων. Εξαγόταν στον ελληνικό χώρο και ακόμη πιο βορειοδυτικά. Αναλύσεις που έχουν γίνει πάνω σε μπρούντζινα αντικείμενα που έχουν ανασκαφεί στη Σουηδία φανερώνουν ότι ο κυπριακός χαλκός έφτασε και στη Σκανδιναβία. Το ψηλό βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων κατά την Εποχή του Χαλκού βασιζόταν επίσης και στην εξαγωγή υψηλής ποιότητας κεραμικής και υφασμάτων βαμμένων με μωβ χρώμα. Σε αντάλλαγμα οι Κύπριοι εισήγαγαν χρυσό, ασήμι, μόλυβδο και αντικείμενα καλλιτεχνικής αξίας από τον ελληνικό χώρο, την Αίγυπτο και την ανατολική Μεσόγειο. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις για την εισαγωγή στην Κύπρο, παστών ψαριών από τον Νείλο στην Αίγυπτο.

Η αρχαία πόλη καταστράφηκε λίγο μετά το 1200 π.Χ. και ποτέ δεν κατοικήθηκε ξανά. Έχουν εντοπιστεί εισηγμένα αντικείμενα από τον Μυκηναϊκό κόσμο παρόλο που κατά την τελευταία φάση κατοίκησης της πόλης κατασκευάστηκαν σε αυτήν ακριβή αντίγραφα των Μυκηναϊκών αγγείων. Το γεγονός αυτό οδηγεί στην υπόθεση ότι ίσως να μετοίκησαν στην πόλη αυτή άνθρωποι από τον ελληνικό χώρο και τα νησιά του Αιγαίου. Οι ομάδες από τα νησιά του Αιγαίου φαίνεται να εγκαταστάθηκαν στην πόλη για μικρό χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, πιθανόν στη συνέχεια να μετακινήθηκαν πιο ανατολικά, πιθανόν μαζί με τον αρχικό πληθυσμό της πόλης. Οι άνθρωποι αυτοί εγκαταστάθηκαν τελικά στην περιοχή της Γάζας και ακόμη ανατολικότερα, πιθανόν φθάνοντας στην Κοιλάδα του Ιορδάνη όπου έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα από την Κύπρο και το Αιγαίο.

___________

2 Ιουλίου, 2014