12/5/14

Παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης



Παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στη Συνεδρία της Επιτροπής
Κοινωνικών Θεμάτων, Υγείας και Αειφόρου Ανάπτυξης
της ΚΣΣΕ (Συνεδριακό Κέντρο «Φιλοξενία»)

Θέμα: «Child friendly juvenile justice: from rhetoric to reality»


Είναι γενικώς αποδεκτό ότι μερικά πρόσωπα χρειάζονται ειδικές εγγυήσεις, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, για να διασφαλιστεί η κατανόηση και η άσκηση των δικαιωμάτων τους. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν κατανοούν τη διαδικασία ή τις συνέπειες ενεργειών, όπως η ομολογία, είτε διότι δεν έχει εντοπιστεί ο ευάλωτος χαρακτήρας τους είτε διότι δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές εγγυήσεις, υπονομεύεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης, γεγονός που μειώνει τις πιθανότητες τους για διεξαγωγή δίκαιης δίκης και απειλεί την ακεραιότητα της δικαστικής διαδικασίας.

Τα παιδιά θεωρούνται εξ ορισμού ευάλωτα, λόγω της νεαρής τους ηλικίας, της μη ολοκληρωμένης σωματικής και ψυχολογικής τους ανάπτυξης και της συναισθηματικής τους ανωριμότητας. Τα παιδιά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο κακής μεταχείρισης και προβλημάτων υγείας απ’ ό,τι άλλοι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι∙ ενδέχεται να μην μπορούν να εκφράσουν δεόντως τις δυσκολίες τους ή τα προβλήματα υγείας. Επομένως, θεωρούμε ότι τα παιδιά χρειάζονται ειδικές εγγυήσεις και προστασία στην ποινική διαδικασία.

Αρκετές διατάξεις, συνταγματικές και νομοθετικές στην Κύπρο, διασφαλίζουν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως προβλέπεται σε διεθνή εργαλεία, κάθε ατόμου στη Δημοκρατία που κατηγορείται ότι παραβίασε τον νόμο, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων που ισχύουν ειδικά για ανήλικους παραβάτες.


(α)       Η απονομή της δικαιοσύνης αναφορικά με τους ανήλικους

1.         Στην Κύπρο εδώ και χρόνια έχει οριστεί ως όριο ποινικής ευθύνης, η ηλικία των 14 χρόνων. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος έχει ηλικία κάτω των δεκατεσσάρων χρόνων δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη». Η τάση που παρατηρείται σήμερα σε κάποιες χώρες για μείωση του ορίου ηλικίας, λόγω της έξαρσης της νεανικής παραβατικότητας ένεκα και της οικονομικής κρίσης, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
2.         Πρόσθετα, το τεκμήριο αθωότητας κατηγορουμένου προσώπου και το δόγμα του “nullum crimen nulla poena sine lege”, «κανένα έγκλημα - καμία ποινή χωρίς νόμο» κατοχυρώνεται με σαφήνεια στο Άρθρο 12 του Κυπριακού Συντάγματος, καθώς επίσης και τα ελάχιστα δικαιώματα που μπορεί να έχει ένας κατηγορούμενος.
3. Αρκετές διατάξεις που περιέχονται στον νόμο για τους ανήλικους παραβάτες, το Κεφ. 157, αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των ανήλικων παραβατών με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη την ηλικία τους και είναι σύμφωνες με την προώθηση των βέλτιστων συμφερόντων τους. Συγκεκριμένα:

-         Τέτοιες υποθέσεις εκδικάζονται από δικαστήριο ανηλίκων που ο νόμος ορίζει να συνεδριάζει σε διαφορετικό κτήριο ή αίθουσα από εκείνη στην οποία διεξάγονται οι συνήθεις συνεδριάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ή σε διαφορετικές ημέρες ή ώρες από αυτές τις συνεδριάσεις.

-         Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξηγήσει σε απλή γλώσσα στο παιδί ή το νεαρό άτομο που οδηγήθηκε ενώπιον του την ουσία της κατηγορίας που προσάπτεται.

-         Η προστασία προσωπικών δεδομένων τηρείται πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Σε Δικαστήριο ανηλίκων κανένα πρόσωπο δεν επιτρέπεται να παραστεί, εκτός από τα μέλη και τους υπαλλήλους του Δικαστηρίου και τα μέρη που εμπλέκονται στην υπόθεση, τους δικηγόρους και άλλα πρόσωπα στα οποία αφορά άμεσα η υπόθεση. Το Δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να ζητήσει την παρουσία των γονέων ή του κηδεμόνα.
-         Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει πληροφορίες ως προς την εν γένει συμπεριφορά του παιδιού ή του νεαρού ατόμου, το οικογενειακό περιβάλλον, τη σχολική επίδοση και το ιατρικό ιστορικό.

Πολύ σημαντικό σημείο είναι ότι με ρητή διάταξη στον εν λόγω Νόμο, κανένας νέος δεν πρέπει να καταδικαστεί σε φυλάκιση, εάν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Στο σημείο αυτό αξίζει νομίζω να επισημανθεί ότι ανεξάρτητα από την πρόθεση μας για εκσυγχρονισμό του πλαισίου ποινικής μεταχείρισης ανηλίκων, με την υιοθέτηση σύγχρονων αντιλήψεων μεταχείρισης των νεαρών παραβατών και την παιδοκεντρική προσέγγιση των δικαστικών διαδικασιών και μέτρων ποινής, η υφιστάμενη νομοθεσία παρέχει με αποδεκτή επάρκεια ικανοποιητικές εγγυήσεις για την ειδική προστασία που απαιτείται σε ανηλίκους.

(β)       Στέρηση της ελευθερίας

1.         Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Συντάγματος:

1.1.        Κανένας δεν συλλαμβάνεται παρά μόνο κατόπιν αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος, με εξαίρεση το αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση.

1.2       Σύμφωνα με τις παραγράφους (4), (5) και (6): Κάθε συλλαμβανόμενος, κατά την σύλληψη του, πληροφορείται σε κατανοητή γλώσσα τους λόγους σύλληψης του και δικαιούται να ζητήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου της εκλογής του.
Το συντομότερο μετά τη σύλληψη του και όχι αργότερο των είκοσι τεσσάρων ωρών, προσάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον δεν αφεθεί ελεύθερος,  και ο δικαστής προχωρεί αμέσως στη διερεύνηση των λόγων της σύλληψης του σε κατανοητή γλώσσα για τον συλληφθέντα, το αργότερο εντός τριών ημερών. Απολύει τον συλληφθέντα υπό τους όρους που το ίδιο κρίνει κατάλληλους ή σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν συμπληρωθεί οι ανακρίσεις για το αδίκημα που συνελήφθη   δύναται να διατάξει την κράτηση του για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ μέρες.

1.3       Ο συνολικός χρόνος της κράτησης δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία σύλληψης. 

2.         Η κράτηση ενός προσώπου, είτε κατά τη διάρκεια της έρευνας για ποινικό αδίκημα ή η προφυλάκιση του μετά τη διαμόρφωση των κατηγοριών και εν αναμονή της δίκης, εκλαμβάνεται από τα δικαστήρια της Κύπρου ως εξαιρετικό μέτρο, που παρεκκλίνει από το τεκμήριο αθωότητας και συνεπώς πρέπει να είναι αυστηρά δικαιολογημένη, πολύ περισσότερο στην περίπτωση των νεαρών παραβατών και των ανηλίκων. Τα δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια σ’ αυτό το θέμα και όταν αποφαίνονται για την αίτηση προφυλάκισης, πρέπει να επιφέρουν την ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της ατομικής ελευθερίας, και την ανάγκη υπαγωγής του υπαίτιου στη δικαιοσύνη.

3.         Κάθε κατά τα ανωτέρω απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση.

4.         Όταν η Αστυνομία ασχολείται με περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι ανήλικοι έχουν διαπράξει αδίκημα, πρέπει να βεβαιώνεται ότι οι γονείς ή κηδεμόνες καθώς και ο Αστυνομικός Διευθυντής της επαρχίας ενημερώνονται εγκαίρως. Σε περίπτωση που ο ύποπτος είναι μαθητής, η σύλληψη και η ανάκριση στο σχολείο αποφεύγεται και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και μόνο με τη συγκατάθεση και υπό την παρουσία του Διευθυντή.

4.1       Δυνάμει του άρθρου 7 του περί Ανήλικων Παραβατών Νόμου, το δικαστήριο όταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις προφυλακίζει ή παραπέμπει σε δίκη έναν ανήλικο που δεν ελευθερώνεται με εγγύηση, τον παραπέμπει για κράτηση σε αστυνομικό σταθμό και όχι στις φυλακές. Η Αστυνομία έχει την υποχρέωση να προβεί σε ρυθμίσεις για την αποφυγή της επικοινωνίας του με κατάδικο ενήλικα.
Εξελίξεις

Το 2005 ψηφίστηκε νομοθεσία που επεκτείνει τις συνταγματικές διατάξεις, όπως τις έχω προαναφέρει, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση. Πρόκειται για τον περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμο του 2005 (Ν.163(Ι)/2005).

Εκτός από τον καθορισμό ενιαίων κανόνων για τις συνθήκες κράτησης, την ευημερία και την αξιοπρεπή μεταχείριση των συλληφθέντων και των κρατουμένων, αυτός ο νόμος:

           προβλέπει το δικαίωμα κάθε ατόμου που συλλαμβάνεται να έχει άμεση επικοινωνία με δικηγόρο της επιλογής του, και με την οικογένεια / συγγενείς / άλλο πρόσωπο που θα υποδείξει, και σε περίπτωση αλλοδαπού προσώπου, με την Πρεσβεία του ή το Προξενείο, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει διπλωματική αποστολή της χώρας στη ∆ηµοκρατία, µε το Γραφείο του Επιτρόπου ∆ιοικήσεως, καθώς επίσης και το δικαίωμα σε ιατρική εξέταση και θεραπεία.

           καθορίζει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των μελών της Αστυνομίας, να ενημερώνουν τον συλληφθέντα για τα δικαιώματά του και να διευκολύνουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών πριν από την έναρξη της ανάκρισης, και τιμωρεί την παραβίαση οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές.

           ρυθμίζει το δικαίωμα επισκέψεων από τους συγγενείς, τις συναντήσεις με τον δικηγόρο και άλλα θέματα κατά τη διάρκεια της κράτησης.

Όσον αφορά ειδικότερα τους ανήλικους κάτω των 18 ετών, ο νόμος προβλέπει επιπλέον:

           την υποχρέωση της Αστυνομίας να ενημερώνει αμέσως τους γονείς ή κηδεμόνες για τη σύλληψη ή κράτηση και τους λόγους για αυτή (ανεξάρτητα από την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του ανηλίκου μαζί τους) και εάν παραστεί ανάγκη, την ενημέρωση και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας της Δημοκρατίας∙

           ότι η ανάκριση διεξάγεται στην παρουσία του δικηγόρου του ανηλίκου∙

           ότι οι γονείς ή οι κηδεμόνες έχουν το δικαίωμα να είναι παρόντες κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και κατά τις συναντήσεις του ανηλίκου με τον δικηγόρο του, ή κατά τη διάρκεια της ιατρικής εξέτασης ή θεραπείας∙

           ότι οι ανήλικοι κρατούνται χωριστά.

(γ)       Ποινική μεταχείριση ανηλίκων παραβατών

1.         Σύμφωνα με το άρθρο 12 του περί Ανηλίκων Παραβατών Νόμου, Κεφ. 157, όπου το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου δικάζεται ένας ανήλικος για οποιοδήποτε αδίκημα είναι ικανοποιημένο από την ενοχή του, μπορεί να χειριστεί την υπόθεση με οποιονδήποτε από τους παρακάτω τρόπους:

(α)       απορρίπτοντας την κατηγορία∙

(β)       υποβάλλοντας τον παραβάτη υπό την εποπτεία κηδεμονικού λειτουργού (το καθήκον έχει ανατεθεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων)∙

(γ)        υποβάλλοντας τον παραβάτη υπό την φροντίδα ενός συγγενή ή άλλου κατάλληλου προσώπου∙

(δ)       διατάζοντας την καταβολή προστίμου, ζημιών ή εξόδων για τα οποία υπάρχει ευθύνη του παραβάτη, συνήθως από τους γονείς ή τον κηδεμόνα∙

(ε)        επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης. Με ρητή διάταξη του νόμου, ο ανήλικος μόνο τότε μπορεί να καταδικαστεί σε φυλάκιση, εάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα με οποιονδήποτε από τους τρόπους που αναφέρονται ανωτέρω.

1.1       Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει νομικός ορισμός των νεαρών ενηλίκων παραβατών, άτομα ηλικίας κάτω των 21 ετών πάντα αντιμετωπίζονται ως νεαροί παραβάτες και μερικές φορές αυτή η κατηγορία έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει τα άτομα μέχρι 25 ετών. Ένα παράδειγμα στη νομοθεσία είναι ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1992, ο οποίος προβλέπει την αύξηση των ποινών για αδικήματα ναρκωτικών μέχρι ισόβια κάθειρξη, αλλά διαφοροποιεί τη μεταχείριση των ατόμων ηλικίας κάτω των 25 ετών, που καθίστανται παραβάτες για πρώτη φορά και το αδίκημα συνδέεται με την προσωπική χρήση ναρκωτικών. Τέτοιες υποθέσεις εκδικάζονται συνοπτικά και οι ποινές δεν υπερβαίνουν την φυλάκιση για δύο χρόνια.

1.2.      Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων όπου εμπλέκονται νεαρά άτομα μέχρι 21 ετών, αποτελεί πάγια πρακτική να λαμβάνεται έκθεση κοινωνικής έρευνας πριν την επιβολή ποινής, προκειμένου να εξασφαλισθούν πληροφορίες από αξιόπιστη πηγή σχετικά με τον χαρακτήρα, την ανατροφή και το περιβάλλον του δράστη, ώστε να αξιολογηθούν με τεκμηριωμένο τρόπο οι προοπτικές αποκατάστασης του κατηγορουμένου.

1.3.      Το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέτρο που επιβάλλεται σε ανήλικους παραβάτες είναι το διάταγμα κηδεμονίας που τοποθετεί τον κατάδικο υπό την επίβλεψη του κηδεμονικού Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
(δ)       Φυλάκιση ανηλίκων παραβατών

1.         Από τα διεθνή πρότυπα απορρέει ότι τα παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης θα πρέπει να τυγχάνουν εναλλακτικών προς τη φυλάκιση μέτρων και μέτρων εκπαίδευσης και θα πρέπει να στερούνται της ελευθερίας τους μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Τα παιδιά βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση όταν στερούνται της ελευθερίας τους λόγω των εγγενών κινδύνων για τη σωματική, τη ψυχική και την κοινωνική τους ανάπτυξη. Για την αποφυγή της κακής μεταχείρισης και της κακοποίησης σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας λαμβάνονται μέτρα προστασίας, μεταξύ των οποίων είναι και ότι:

·                     Οι νεαροί παραβάτες που καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης κρατούνται χωριστά και δεν συνδέονται με ενήλικες κρατούμενους.

·                     Οι νέοι που βρίσκονται υπό κράτηση ενθαρρύνονται να βελτιώσουν το επίπεδο της εκπαίδευσής τους και της επαγγελματικής εκπαίδευσης, παρακολουθώντας μαθήματα μέσα ή έξω από τις φυλακές ή μαθήματα δια αλληλογραφίας.

·                     Τους δίνεται η δυνατότητα να εργαστούν όσο το δυνατόν περισσότερο σε ένα είδος εργασίας που επιθυμούν να εκτελούν, ώστε να αυξηθεί η ικανότητά τους να κερδίζουν το προς το ζειν τους μετά την απελευθέρωση.

2.         Ψυχολογικές και ψυχιατρικές υπηρεσίες και υποστήριξη προσφέρονται σε όλους τους νέους φυλακισμένους που τις έχουν ανάγκη, με προσωπικές συναντήσεις, ομαδικές συζητήσεις (συνεδριάσεις της ομάδας) και συναντήσεις με την παρουσία της οικογένειας του κρατουμένου.
3.         Υπηρεσίες πρόνοιας και στήριξης παρέχονται σε όλους τους νεαρούς κρατούμενους με τακτικές επισκέψεις / επαφές με τις οικογένειές τους και με άδεια που λαμβάνουν εκτός φυλακών, προκειμένου να διευκολυνθεί η κοινωνική ένταξη με τις οικογένειές τους και την κοινωνία.
4.         Όλοι οι νέοι παραβάτες έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες και προγράμματα όπως ο αθλητισμός, θέατρο, μουσική κλπ, τα οποία τους κρατούν ψυχικά και σωματικά δραστήριους.

5.         Δυνάμει του άρθρου 53 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να μειώσει, αναστείλει ή μετατρέψει οιανδήποτε ποινή που επιβλήθηκε από δικαστήριο στη Δημοκρατία.

6.         Οι περί Φυλακών Κανονισμοί προβλέπουν επίσης τη διαγραφή των ποινών λόγω καλής διαγωγής και εργατικότητας.

7.         Στο σημείο αυτό αξίζει νομίζω να κάνω αναφορά στον θεσμό της περιοδικής φυλάκισης κατά τα σαββατοκύριακα. Η ποινή αυτή επιβάλλεται όπου η φυλάκιση είναι μεν δικαιολογημένη, αλλά ενόψει όλων των περιστάσεων που αφορούν τον δράστη είναι επιθυμητό να μην αποκοπεί από την οικογένεια του, τον κοινωνικό περίγυρο, την εργασία ή τις σπουδές του. Η ποινή αυτή έχει συνδεθεί με τα αδικήματα βίας στα γήπεδα.

(ε)        Αποκατάσταση των καταδικασθέντων

Το 2004, ο νόμος για την αποκατάσταση των καταδικασθέντων τροποποιήθηκε, με κυριότερες τις τροποποιήσεις εκείνες που ρυθμίζουν με μεγαλύτερη επιείκεια τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι προηγούμενες καταδίκες διαγράφονται στην περίπτωση νεαρών ατόμων μέχρι την ηλικία των 21 ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αποκατάσταση καταδίκης νεαρών ατόμων είναι άμεση.

(στ)     Αποκαταστατική δικαιοσύνη σε ανήλικους παραβάτες

1.         Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέτρο για τους ανήλικους παραβάτες είναι το διάταγμα κηδεμονίας, ως εναλλακτική λύση για τη φυλάκιση, σύμφωνα με το οποίο ο κατάδικος τοποθετείται υπό την επίβλεψη του κηδεμονικού Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
Ο περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμος του 1996 (Νόμος 46 (Ι)/1996, άρθρο 5), ορίζει ότι αν το δικαστήριο, καταδικάζοντας πρόσωπο για αδίκηµα για το οποίο η ποινή δεν είναι καθορισμένη, είναι της γνώµης, αφού λάβει υπόψη τις περιστάσεις, περιλαµβανοµένης της φύσης του αδικήµατος και του χαρακτήρα του αδικοπραγούντος, ότι αυτό είναι σκόπιµο, δύναται, αντί να µεταχειριστεί τον αδικοπραγούντα µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο, να εκδώσει διάταγµα («διάταγµα κηδεµονίας) δυνάµει του οποίου να θέτει τον αδικοπραγούντα υπό την επιτήρηση κηδεµονικού λειτουργού για περίοδο που ορίζεται σε αυτό και η οποία δεν µπορεί να είναι µικρότερη από ένα χρόνο ούτε μεγαλύτερη από τρία χρόνια.

Η επιλογή των όρων του διατάγματος αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αφού οι όροι μπορούν να ποικίλουν ανάλογα με τις συνήθειες του δράστη, το περιβάλλον και τις ροπές του και την αξιολόγηση της βοήθειας που χρειάζεται για αναμόρφωση. Ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την προσφορά κοινοτικής εργασίας ή την υποβολή  σε επαγγελματική ή άλλη κατάρτιση, με τη συγκατάθεση του δράστη, και σύμφωνα με τους υπόλοιπους όρους που μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου.

Η επίβλεψη ανατίθεται σε κηδεμονικούς Λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Εκτός από συμβουλές, καθοδήγηση και βοήθεια, είναι καθήκον του κηδεμονικού Λειτουργού να επιβλέπει ότι το άτομο υπό κηδεμονία τηρεί τους όρους του διατάγματος και υποβάλλει τακτικά στο Δικαστήριο σχετική έκθεση.

2.         Οι ρυθμίσεις αυτές αποσκοπούν στην αύξηση των πιθανοτήτων αποκατάστασης, ειδικά για τους νέους παραβάτες, καθώς θα αποφευχθεί η διακοπή των δεσμών με την κοινωνία και το στίγμα του ότι το άτομο έχει διατελέσει στη φυλακή τα οποία, σε μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος, δεν μπορούν εύκολα να διαγραφούν.




(ζ)        Τρέχουσα αξιολόγηση και μεταρρυθμιστική κατεύθυνση

1.         Στην πραγματικότητα, μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι υπήρξε και εξακολουθεί να είναι στόχος της εθνικής ποινικής πολιτικής στην Κύπρο, η ανανέωση του ποινικού δικαίου ανηλίκων, η οποία προσανατολίζεται στην πρόληψη των εγκλημάτων με τη διευθέτηση και επίλυση των κοινωνικών συγκρούσεων, δίνοντας σε μεγάλο βαθμό έμφαση στην παράκαμψη της ποινικής διαδικασίας (λ.χ. μεσολάβηση, αποκατάσταση της ζημιάς), στην ανάπτυξη της ιδέας της υπευθυνότητας, στην εμπέδωση της συνείδησης δικαίου των νεαρών κοινωνών με δίκαιες και ανθρωπιστικές εξωιδρυματικές κυρώσεις και με την κοινωνική επανένταξη του νεαρού δράστη του εγκλήματος μέσω ενός πλέγματος μέτρων διαπαιδαγώγησης και αρωγής, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις στερητικές της ελευθερίας κυρώσεις. 

Οι εναλλακτικές προσεγγίσεις στην απονομή δικαιοσύνης σε ανήλικους εφαρμόζονται κατεξοχήν σε πρωτόπειρους δράστες σε περίπτωση ελαφράς βαρύτητας εγκληματικότητας. Τα δοκιμασθέντα στην πράξη εξωιδρυματικά μέτρα (λ.χ. διαμεσολάβηση μεταξύ δράστη και θύματος και ενδεχομένως συμφιλίωση του, κύκλος μαθημάτων κοινωνικής προπόνησης), που εφαρμόζονται υπό την επίβλεψη του Γενικού Εισαγγελέα και σε συνεργασία με τον δράστη, αναπληρώνουν σε μεγάλη έκταση τις δικαστικές διαδικασίες και κυρώσεις του ποινικού δικαίου ανηλίκων, χωρίς να επιδεινώνεται ο κίνδυνος της ανάπτυξης παραβατικής συμπεριφοράς.  Η αποδοτικότητα των εφαρμοζομένων εξωιδρυματικών μέτρων, έχει αποδειχτεί τόσο πρακτικά όσο και επιστημονικά, γι΄ αυτό εργαζόμαστε για την θεσμοθέτηση τους.   

Ειδικότερα οι βασικές τάσεις αντιμετώπισης των ανηλίκων δραστών εγκλήματος, συνοψίζονται μεταξύ άλλων στις ακόλουθες γενικές αρχές:
1.               Η διαπαιδαγώγηση έχει προτεραιότητα από την ποινή. Η εφαρμογή υποστηρικτών αντί τιμωρητικών μέτρων σε ανηλίκους αποτελεί ουσιώδη κατευθυντήρια αρχή κατά την ποινική αντιμετώπιση ανηλίκων. 

2.               Οι εξωιδρυματικές ή ­­οι χωρίς στέρηση της ελευθερίας κυρώσεις της πολιτείας (υποκατάστατα ή εναλλακτικά μέτρα) έχουν προτεραιότητα από τις ιδρυματικές ή τις στερητικές της ελευθερίας κυρώσεις. 

3.               Οι άτυπες κυρώσεις έχουν προτεραιότητα από τις τυπικές.  Η διάταξη εξωιδρυματικών αναμορφωτικών μέτρων από τον κηδεμονικό λειτουργό ή την Αστυνομία, πριν από την κίνηση της ποινικής δίωξης ή μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης με τη συνδρομή του δικαστή ανηλίκων, θα υπερτερούν των κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν μετά την ακροαματική διαδικασία από το δικαστήριο ανηλίκων. 

4.               Αναγκαία είναι η μέριμνα για απόλυτο σεβασμό στα από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις αναγνωρισμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και στις νόμιμες εγγυήσεις κατά την ποινική αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων. Σημαντική είναι η ενίσχυση της νομικής θέσης του ανηλίκου στο σύστημα δικαιοσύνης, με τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο σε όλες τις περιπτώσεις παιδιών, πλην των ήσσονος σημασίας αδικημάτων.   

5.               Στόχος αποτελεί η αφύπνιση και ενδυνάμωση του συναισθήματος ευθύνης του ανήλικου δράστη για την πράξη του και αυτό επιτυγχάνεται με τη σωστή μεταχείρισή τους από τις δημόσιες υπηρεσίες, την εμπεριστατωμένη πληροφόρηση για τα δικαιώματά τους και την προσήκουσα σε αυτά υποστήριξη και βοήθεια, καθώς και η πλήρης ενημέρωση για τις δυνατότητες επιτυχίας των αξιώσεών τους για επανόρθωση και αποκατάσταση της ζημιάς.  

6.               Τέλος η ιδέα της αγωγής αποτελεί την αποκλειστική κατευθυντήρια αρχή για τον καθορισμό του στόχου και τη διαμόρφωση των βασικών αρχών του περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Μια σειρά από δικαστικές αποφάσεις κατά τα τελευταία 40 χρόνια δείχνουν ότι η φυλάκιση αποτελεί μέτρο έσχατης λύσης και στην περίπτωση των νεαρών παραβατών ένα μέτρο που πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν θεωρείται αναπόφευκτο ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος ή της συστηματικής υποτροπής. Παρόλα αυτά, κρίνουμε ως αναγκαία τη νομοθετική κατοχύρωση τόσο της παιδαγωγικής αποστολής του ποινικού σωφρονισμού ανηλίκων, όσο και των δικαιωμάτων των φυλακισμένων και τη διαμόρφωση τους ως αγώγιμων αξιώσεων.

Με αυτό τον γνώμονα ετοιμάζεται σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

4.         Η ποιότητα της κοινωνίας μας αντικατοπτρίζει την ποιότητα των πολιτών της. Η Κυβέρνηση επιθυμεί διακαώς την αναγέννηση της κυπριακής κοινωνίας μέσα από τις ουλές του τραυματισμένου παρελθόντος της, σε μια υγιή κοινωνία με δυνατά παιδιά και δυνατούς ενήλικες, οι οποίοι θα αποτελέσουν τη φρέσκια εικόνα της Κύπρου του αύριο, και θα τραβήξουν με δύναμη μπροστά.

5.         Ως Πολιτεία, αλλά και ως κοινωνία, έχουμε χρέος προς τη νέα γενιά να της παραδώσουμε ως παρακαταθήκη ένα κράτος δικαίου και να της διασφαλίσουμε το δικαίωμα μιας ελεύθερης, υγιούς ζωής, μακριά από τη βία και το έγκλημα.

6.         Οφείλουμε να στηρίξουμε με κάθε τρόπο τη δικαιοσύνη στην Κύπρο, ώστε να κινείται σε ελπιδοφόρα και θετική κατεύθυνση. Οι αρμόδιες αρχές κατανοούν τη δυνατότητα για την παροχή βοήθειας στα θύματα, την αναμόρφωση των νεαρών παραβατών και την ενίσχυση της κοινωνίας στο σύνολό της και πιστεύω ότι αυτό μπορεί να βοηθήσει να οικοδομήσουμε ένα σύστημα ποινικής δικαιοσύνης που θέτει τις ανάγκες των θυμάτων και των δραστών στην καρδιά του.
__________________