30/1/10

Ομιλία του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέα Δημητρίου

Ομιλία του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέα Δημητρίου με θέμα: «Από τους Τρεις Ιεράρχες στο σήμερα: η παιδεία που θέλουμε» στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη, στη Λευκωσία
30/01/2010

Ο Ελληνισμός γιορτάζει τα Γράμματα την ημέρα των Τριών Ιεραρχών, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «των τριών μεγίστων φωστήρων της τρισηλίου Θεότητος, των την Οικουμένη πάσαν θεογνωσίας νάμασιν καταρδευσάντων» κατά το εγκωμιαστικό των τροπάριο. Η μέρα αυτή έχει αφιερωθεί στα Γράμματα πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η πρώτη μαρτυρία για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών ως γιορτή των Γραμμάτων εμφανίζεται σε σιγίλλιο του Πατριάρχη Καλλινίκου Ε΄ του έτους 1805. Πιθανότατα, η γιορτή υπάρχει από πολύ νωρίτερα, από τον 11ο αιώνα.

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών αποφάσισε στις 9 Αυγούστου 1841 να γιορτάζεται η μνήμη των Τριών Ιεραρχών από το Πανεπιστήμιο σε συνδυασμό με μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ευεργετών και δωρητών αυτού.

Ο πρώτος Πανεπιστημιακός εορτασμός έγινε στις 30 Ιανουαρίου 1842. Τον πρώτο πανηγυρικό εκφώνησε ο Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Νεόφυτος Βάμβας με θέμα «Υμείς εστέ το φως του κόσμου» (Ματθ. Ε΄). Γιατί λοιπόν ο Ελληνισμός μέσα στον 18ο αιώνα επιλέγει τρεις θρησκευτικούς ηγέτες του 4ου μ.Χ. αιώνα για να τιμήσει την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά Γράμματα;

Με άλλα λόγια, ποιο είναι το κοινό ανάμεσα στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης, τα ελληνικά Γράμματα και τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών για να δικαιολογείται ο συνδυασμός; Και αφού συνεχίζουμε και σήμερα να τιμούμε τη μνήμη των τριών Ιεραρχών γιορτάζοντας τα ελληνικά Γράμματα, τι συμπεράσματα πρέπει να αντλήσουμε για τη σημερινή παιδεία του Ελληνισμού γενικά και της Κύπρου ιδιαίτερα;
Εκείνη την εποχή, το έθνος βαθμιαία αφυπνίζεται από το λήθαργο της δουλείας που κρατά για αιώνες. Τα μηνύματα του διαφωτισμού που φτάνουν από την Ευρώπη, ο ξεσηκωμός των καταπιεσμένων που σηματοδοτεί η Γαλλική Επανάσταση του 1789, η δραστηριότητα των Ελλήνων διαφωτιστών της εποχής που επιχειρούν να αφυπνίσουν το έθνος για να ξεκινήσει τον αγώνα της ελευθερίας αναζητούν έκφραση σε λόγους, παραδόσεις και παραδείγματα ικανά να διδάξουν, να οδηγήσουν και να παραδειγματίσουν. Τι προσφέρουν λοιπόν οι Τρεις Ιεράρχες για να γίνουν τα χρόνια εκείνα το σύμβολο και η πηγή των ελληνικών Γραμμάτων;

Πρώτα απ’ όλα προσφέρουν έναν πολύ εποικοδομητικό συνδυασμό των ευτυχέστερων στιγμών της ελληνικής και της χριστιανικής σκέψης και διδασκαλίας. Έχοντας και οι τρεις σπουδάσει τα κλασικά γράμματα και τη διδασκαλία των αρχαίων Ελλήνων, εισάγουν στη χριστιανική πίστη τον ελληνικό ορθολογισμό. Εισάγουν δηλαδή τον αναλυτικό λόγο, την έρευνα των αιτίων, την τεκμηρίωση των ισχυρισμών αλλά και τη συγκροτημένη, πειστική και κομψή έκφραση των απόψεων και των θέσεων, όπως επιτάσσει η τέχνη της ρητορικής. Ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης και ο Δημοσθένης αποτελούν παραδείγματα και πηγές έμπνευσης για τους Τρεις Ιεράρχες. Έτσι, οι πιο φωτεινές στιγμές της κλασικής Ελλάδας, που καθοδηγούν και τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, έρχονται να συναντήσουν την ανάγκη ενός αφυπνιζόμενου έθνους για εθνική και πολιτιστική ταυτότητα, καθώς και για στέρεες βάσεις για τη μόρφωση των νέων. Από τη χριστιανική διδασκαλία οι Τρεις Ιεράρχες παίρνουν κατ’ εξοχήν την αγάπη, την αφοσίωση στον άλλο και την αλληλεγγύη, την ταπεινότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Επίσης, οι Τρεις Ιεράρχες έχουν μια θεωρία περί παιδείας και μάθησης. Σε πολλά, οι αναλύσεις τους για την αξία, τις δυσκολίες, τις χαρές και τους σκοπούς της μάθησης εναρμονίζονται πλήρως με τη σημερινή γνώση και τα σημερινά αιτήματα. Ακόμη και σήμερα τα ίδια ερωτήματα έχουν νόημα και οι απαντήσεις που δόθηκαν έχουν και σήμερα την ίδια αξία.
Εν κατακλείδι, οι Τρεις Ιεράρχες προσφέρουν ένα μοντέλο ζωής που προσδιορίζεται από τον ελληνικό ορθό λόγο, τη χριστιανική αγάπη και αλληλεγγύη, μια θεωρία παιδείας για τη μεταλαμπάδευση αυτού του μοντέλου στους νέους και το καλό τους παράδειγμα. Το μοντέλο και το παράδειγμα εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα όπως τον 4ο αιώνα μ.Χ., που έζησαν οι Τρεις Ιεράρχες, καθώς και τον 18ο αιώνα όταν έγιναν σύμβολο των Γραμμάτων.

Οι βασικές αρχές της ανθρωπιστικής παιδείας των κλασικών χρόνων είναι αναγκαίες και σήμερα που η τεχνοκρατική, μεταβιομηχανική και μεταμοντέρνα κοινωνία προτάσσει τη συγκέντρωση πλούτου και αντικειμένων έναντι της μόρφωσης και της καλλιέργειας, προτάσσει τον ευδαιμονισμό έναντι της ευτυχίας που προκύπτει από μια ζωή που έχει νόημα και διαπροσωπική αλληλεγγύη, που διέπεται συχνά από τον παραλογισμό του πολέμου, της τρομοκρατίας και των ακραίων ενεργειών. Και σήμερα χρειαζόμαστε τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη, την αντικειμενικότητα του Θουκυδίδη, την αυστηρότητα του Δημοσθένη για να αναλύουμε τον κόσμο, να τον κατανοούμε και να έχουμε την τόλμη να διορθώσουμε τα σφάλματά του.

Και σήμερα χρειαζόμαστε το παράδειγμα των Τριών Μεγάλων Ιεραρχών που ως ηγέτες της Εκκλησίας βάζουν την αγάπη ως το κύριο κίνητρο της δράσης του ηγέτη, την αλήθεια ως τον υπέρτατο στόχο της αναζήτησης νοήματος για τον κόσμο και την αυταπάρνηση και την προσφορά ως τον κύριο άξονα της δημόσιας παρουσίας του ηγέτη, πολιτικού, πνευματικού και Εκκλησιαστικού.

Το όραμα που έχει το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για την παιδεία μας οδηγεί προς αυτές τις αξίες. Φέρνει πίσω ισχυρότερο τον κλασικό ορθολογισμό και τον ουμανισμό, την επικέντρωση στο άτομο, στην αυτοπραγμάτωση μέσα από την καλλιέργεια της αυτογνωσίας και της αναζήτησης του νοήματος για την ύπαρξη του κόσμου. Επίσης, μέρος του οράματος είναι η κοινωνική αλληλεγγύη, η κοινωνική προσφορά και η δικαιοσύνη, όπως τη δίδαξαν με το έργο και το παράδειγμα τους οι Τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες.
Σύγχρονη κοινωνία και παιδεία

Η σύγχρονη κοινωνία έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά που δεν είχαν οι κοινωνίες των προηγούμενων εποχών, όπως το ότι εξαρτάται από την επιστήμη για την κατανόηση του κόσμου και την ανάλυση των προβλημάτων σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο. Η επιστήμη είναι σήμερα η κύρια πηγή γνώσης για τον κόσμο αλλά, πολύ περισσότερο, η κύρια μέθοδος ελέγχου της γνώσης. Μαζί με την αυξανόμενη επικράτηση της επιστήμης ήρθε η αυξανόμενη χρήση περίπλοκων τεχνολογιών σε καθημερινή βάση. Επιπλέον όλα αλλάζουν γρήγορα: γνώσεις, μέθοδοι, αντικείμενα και όργανα. Η ταχύτητα με την οποία μπορούμε να μάθουμε για τις αλλαγές είναι ανάλογη με την ταχύτητα με την οποία συμβαίνουν οι αλλαγές. Γι’ αυτό ο σημερινός αλφαβητισμός δεν είναι απλώς η ανάγνωση, η γραφή και η στοιχειώδης αριθμητική. Είναι η από πολύ νωρίς κατανόηση και σύνθεση εννοιών που αφορούν στη ζωή μας, η δυνατότητα να τις βρίσκεις, να τις αξιολογείς, να αποφασίζεις σε σχέση ή με αναφορά σε αυτές, και να ενεργείς.

Στην κοινωνία της γνώσης προσχώρησε η κοινωνία της ανοικτής πληροφόρησης και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Οι αρχές της πληροφόρησης και οι σκοποί των ΜΜΕ δεν συμπίπτουν και συχνά συγκρούονται με τις αρχές αναζήτησης και ελέγχου της αλήθειας που χαρακτηρίζουν την επιστήμη. Συχνά, αν όχι συνήθως, η πληροφόρηση δεν έχει σκοπό να προσθέσει γνώση στο τί ο πολίτης ήδη γνωρίζει, αλλά να διαμορφώσει σε αυτόν εντυπώσεις και να του δημιουργήσει ψευδαισθήσεις που είναι βολικές για τον πομπό του μηνύματος. Ύστατος σκοπός να «πεισθεί» ο πολίτης ότι μια συγκεκριμένη ερμηνεία των πραγμάτων είναι πιο καλή, πιο σωστή, πιο συμφέρουσα κ.ο.κ από μια άλλη. Η τηλεόραση, οι εφημερίδες, το διαδίκτυο, προσφέρουν διαρκώς συγκρουόμενες αλήθειες. Η εκπαίδευση πρέπει να μορφώσει και να ασκήσει τον πολίτη στο να αξιολογεί τις πληροφορίες ώστε να διαχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα, το ακριβές από το ανακριβές, το πλαστό από το γνήσιο. Μόνο έτσι θα μπορεί να επιλέγει για να μην παραπλανάται και να συνθέτει ανάλογα με τις ανάγκες.

Αυτή η κοινωνία δεν έχει πια σύνορα. Η ΕΕ είναι το πιο ισχυρό παράδειγμα της κοινωνίας χωρίς σύνορα. Το διαβατήριο, σαν σύμβολο των συνόρων, έχει πια καταργηθεί. Η καθημερινότητα της κάθε χώρας διεισδύει στην καθημερινότητα της άλλης σε δευτερόλεπτα. Οι αποφάσεις της μιας αμέσως επηρεάζουν τη ζωή της άλλης. Οι γλώσσες μεταφράζονται η μια στην άλλη αυτόματα, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. Ποια λοιπόν είναι η παιδεία που χρειαζόμαστε;

Παιδεία για μια δημιουργική κοινωνία

Το όραμα που έχει το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για την παιδεία μας στηρίζεται στις μεγάλες αξίες του ελληνικού και του ευρωπαϊκού πολιτισμού και επιχειρεί να τις μεταφέρει με τρόπο που να έχουν νόημα σε μια σύγχρονη, ανοικτή, δημιουργική δημοκρατία.

Με άλλα λόγια πρέπει να ετοιμάζουμε πολίτες που να είναι δημιουργικοί, με κρίση, στοχαστικοί, ικανοί να σκέφτονται θεωρητικά και να μπορούν να μετατρέπουν τη θεωρία σε πράξη, να αναλύουν και να σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα, να επινοούν έννοιες, θεωρίες και λύσεις. Να μπορούν να εργάζονται ομαδικά σαν ένας χωρίς να χάνουν την αίσθηση της ξεχωριστής παρουσίας του καθενός. Επίσης, να έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν, καθώς θα περνούν τα χρόνια, τη γνώση τους σε σοφία γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον για το κοινό καλό και επιτρέποντας τη λύση των διαφορών με τρόπο εποικοδομητικό για όλους.

Η πρόκληση της κοινωνίας της πληροφορίας για την εκπαίδευση

Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία της εκπαίδευσης καλούμαστε να προετοιμάσουμε μια γενιά που θα ζήσει σε περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό της εποχής που εκπαιδεύεται. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η ουσία της πρόκλησης της κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορίας όσον αφορά στην εκπαίδευση.
Και ενώ η αντίστοιχη πρόκληση για τη βιομηχανία, τις τηλεπικοινωνίες, την άμυνα είναι να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τα σημεία των καιρών και γρήγορα κι ευέλικτα να προσαρμόζονται, να ακολουθούν και να συμμορφώνονται αλλά και να πρωτοπορούν όπου μπορούν, στην παιδεία, το ζητούμενο είναι διαφορετικό. Έχουμε ανάγκη τον ανανεούμενο και ανανεωτή πολίτη που δεν απαξιώνεται μετά την αποφοίτησή του.

Η πορεία προς την παραγωγή γνώσης: Δεξιότητες και στάσεις

Αν λοιπόν η μακροϊστορική κοινωνική πορεία είναι η μετάβαση από τους λίγους, στους πολλούς, σε «όλους», όσον αφορά στη δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής, που επέτρεπαν την κατανάλωση του πολιτισμού, τώρα είμαστε στο στάδιο μετάβασης όπου απαιτείται η συμμετοχή στην παραγωγή νέας γνώσης από τους λίγους, στους πολλούς, σε όλους, έστω «όλους».

Μπορούμε να περιγράψουμε την ανθρώπινη κοινωνική πρόοδο και ιδιαίτερα την πνευματική παραγωγή ως μια διαδικασία Αμφισβήτησης – Αναζήτησης – Ανακάλυψης – Αιτιολόγησης (ΑΑΑΑ). Αμφισβήτηση του μέχρι τότε αποδεκτού (τρόπου επικοινωνίας, ερμηνείας της φύσης, κοινωνικής τάξης πραγμάτων κλπ). Αναζήτηση (εξελικτική ή ριζοσπαστική, συμβατική ή αιρετική, σχεδιασμένη ή «τυχαία», πάντως δημιουργική). Ανακάλυψη (ή εφεύρεση) του νέου, του βαθύτερου, του πληρέστερου, του δικαιότερου, ή παραγωγικότερου. Αιτιολόγηση, δηλαδή σύνθεση όλων των πνευματικών δημιουργημάτων σε ενιαίο νοητικό οικοδόμημα με ένα ιδιόρρυθμο συνδετικό ιστό (το «διότι»), με κύριο χαρακτηριστικό τη δυνατότητα πρόβλεψης και επομένως την πειθώ.

Μέχρι σήμερα οι ενεργητικά συμμετέχοντες και συμβάλλοντες στη διαδικασία της Αμφισβήτησης – Αναζήτησης – Ανακάλυψης – και Αιτιολόγησης ήταν μια εξαιρετικά αναγκαία αλλά και εξαιρετικά μικρή μειοψηφία. Αρκούσε ο Galileo να αμφισβητήσει αν ο ήλιος γυρνάει γύρω από τη Γη. Και σε λίγους μόνο αιώνες, συμβαδίζοντας με τη λοιπή πρόοδο, το νέο πνευματικό δημιούργημα (η γνώση ότι η Γη γυρνάει γύρω από τον ήλιο) προστέθηκε στο συνολικό οικοδόμημα. Όμως, ο ρυθμός των αλλαγών στα πνευματικά δημιουργήματα, η αύξηση της πληροφορίας, έχει φτάσει στο σημείο που να μην αρκεί πια μια μικρή μειοψηφία, αλλά να χρειάζεται όλοι – ή, έστω, «όλοι»- να συμμετέχουν στη διαδικασία ΑΑΑΑ. Η ανάγκη συμμετοχής «όλων» στην παραγωγή νέας γνώσης συνεπάγεται την έμφαση στην καλλιέργεια των δεξιοτήτων και στάσεων του καθολικού ερευνητή. Και βέβαια η καλλιέργεια αυτών των δεξιοτήτων και στάσεων δεν γίνεται με μόνο το «εγκεκριμένο» από το Υπουργείο βιβλίο.

Και οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας τί λόγο έχουν σε αυτά; Ο παγκόσμιος ιστός στο σχολείο είναι «προστατευμένο εργαστήριο» υπερβολικής, λαθεμένης και αντιφατικής πληροφορίας (και ως πηγή άντλησης «ορθών πληροφοριών»). Τα εργαστήρια της κοινωνίας της πληροφορίας είναι ιδανικός χώρος άσκησης των μαθητών στο οδυνηρό, δύσπεπτο και άβολο γεγονός ότι στα περισσότερα πράγματα δεν υπάρχει μόνο μία αλήθεια και ιδανικός χώρος διδασκαλίας που αξιοποιεί το ότι πάντοτε υπάρχουν πάρα πολλοί δρόμοι για να φτάσεις σε ένα εκπαιδευτικό στόχο.

Και ο ρόλος του δασκάλου ποιος θα είναι; Θα πρέπει να καλλιεργήσει την Αμφισβήτηση, χωρίς να οδηγεί στο μηδενισμό. Να καθοδηγήσει την Αναζήτηση, όχι όμως την άσκοπη. Θα πρέπει να ενθαρρύνει τη μαθητική ατομική Ανακάλυψη, προβάλλοντας όμως το γεγονός ότι η αλήθεια δεν είναι μία. Να διδάξει στους μαθητές την τέχνη της Αιτιολόγησης, αλλά χωρίς την ανηθικότητα του ότι τα πάντα αιτιολογούνται, επομένως επιτρέπονται. Τέλος, ο δάσκαλος θα είναι ο καταλύτης της Συλλογικότητας, χωρίς απεμπόληση της ατομικής ευθύνης. Ρόλος πολύ πιο σπουδαίος, αλλά και πολύ πιο δύσκολος από το σημερινό. Και που βέβαια δεν επιτυγχάνεται απλά και μόνο με τα προγράμματα-πακέτα επιμόρφωσης 120 ωρών σε ένα Σαββατοκύριακο!

Θέλουμε λοιπόν μια παιδεία που να διασφαλίζει τη δημιουργική κοινωνία.

Η δημιουργική κοινωνία

Δημιουργική είναι η κοινωνία που μπορεί να διαχειρίζεται τα προβλήματα της με τρόπο που:
1. να διασφαλίζεται η ύπαρξή της
2. να εξασφαλίζεται η συνοχή και η δυναμική αρμονία στη λειτουργία της
3. να αλληλεπιδρά με ασφάλεια με τις άλλες κοινωνίες και να έχει εποικοδομητική γόνιμη σχέση ανταλλαγών μαζί τους
4. να μπορεί να αναπροσαρμόζεται στις αλλαγές χωρίς να απειλείται η ύπαρξή της ή η δυναμική της αρμονία
5. οι άλλοι να την αναγνωρίζουν ως δημιουργική κοινωνία.

Για να ικανοποιηθούν οι όροι αυτοί, η κοινωνία πρέπει να μπορεί να επινοεί λύσεις για τα προβλήματα της που να μπορούν να την οδηγούν μπροστά, ικανοποιώντας τις ανάγκες των πολιτών της. Με τη σειρά της, η επινόηση λύσεων προϋποθέτει ότι η κοινωνία αξιοποιεί τα άτομα, τους πολίτες της, σε συνθήκες συνεργασίας και αλληλεγγύης και κατά τρόπο που ο καθένας να αισθάνεται ότι αυτοπραγματώνεται προσφέροντας ιδέες και λύσεις. Αξιοποίηση των ατόμων σημαίνει θεσμούς και μηχανισμούς που επιτρέπουν στα άτομα να δημιουργούν και στην ηγεσία να υιοθετεί και να μετατρέπει τις ιδέες σε πολιτική και πλούτο.

Στην εποχή μας, ο βασικός θεσμός διασφάλισης της δημιουργικότητας της κοινωνίας είναι η παιδεία σε όλο το φάσμα της, από την προδημοτική ως την μεταπτυχιακή εκπαίδευση. Συμπληρωματικοί θεσμοί είναι η οργάνωση της πολιτείας και του κράτους αλλά και των πολιτών με κατεύθυνση την αξιοκρατία, την αυτοπραγμάτωση, τη δικαιοσύνη και την αναγνώριση. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία της ανθρωπιάς και της δημιουργίας. Μηχανισμοί είναι τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ιδρύματα, οι θεσμοί χρηματοδότησης, οι μηχανισμοί παραγωγής νομοθετικού έργου κλπ. Θα έρθω σε αυτά λίγο πιο κάτω.
Ας δούμε τη μη δημιουργική κοινωνία. Δεν είναι δημιουργική η κοινωνία η οποία δεν μπορεί να ετοιμάσει και να κινητοποιήσει τους πολίτες της για να λύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει είτε αυτά είναι προβλήματα της οικονομίας της, των θεσμών της, είτε προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των ομάδων του πληθυσμού της, με τους γείτονες της, τους συμμάχους της κλπ. Δεν είναι δημιουργική η κοινωνία που επιμένει να χρησιμοποιεί λύσεις του παρελθόντος για να λύσει τα προβλήματα του παρόντος και να προλάβει τα προβλήματα του μέλλοντος. Δεν είναι δημιουργική η κοινωνία που τιμωρεί και απομονώνει τους πολίτες που διαφοροποιούνται, αντί να δει σε αυτούς ενδεχόμενες προοπτικές. Δεν είναι δημιουργική η κοινωνία που αναλίσκεται στην ανάλυση της ταυτότητας της αντί να χρησιμοποιεί την ταυτότητα ως μια διαδικασία διαρκούς προσαρμογής στις προκλήσεις του κόσμου.

Εμείς είμαστε δημιουργική κοινωνία; Συχνά δείξαμε ότι έχουμε χαρακτηριστικά δημιουργικής κοινωνίας αλλά και πολλά χαρακτηριστικά μη δημιουργικής κοινωνίας. Η ταχεία δημιουργία συνθηκών ευημερίας με τη δημιουργία μιας οικονομίας κατάλληλης για την εποχή της, στη δεκαετία του 60, πιστοποιεί τα χαρακτηριστικά μιας δημιουργικής κοινωνίας. Επίσης, το γεγονός ότι πολλές φορές αντιμετωπίσαμε πολύ σοβαρές κρίσεις με επιτυχία, με χειρότερη απ’ όλες την τουρκική εισβολή και την καταστροφή που ακολούθησε, δείχνει την ύπαρξη δημιουργικών δυνάμεων στην κοινωνία μας. Ταυτόχρονα, όμως, το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη συνέβη μέσα σε συνθήκες διακοινοτικών συγκρούσεων που κατέληξαν σε εμφύλια σύγκρουση και πολεμική ήττα δείχνει ότι υπήρχαν ισχυρές μη δημιουργικές δυνάμεις που δεν επέτρεψαν στην κοινωνία να αναδιατυπώσει τους στόχους της, να συνθέσει τις επιθυμίες και τις παραδόσεις όλων των κατοίκων της, για να φύγει μπροστά. Παρέμεινε καθηλωμένη σε αναλύσεις προ-αποικιακές που φτάνουν μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτή η σύγκρουση μεταξύ δημιουργικών και μη δημιουργικών δυνάμεων διασταυρώνεται με δύο ισχυρές κοινωνικο-πολιτικές τάσεις που διαπερνούν την κοινωνία μας στο σύνολο της. Η μια τάση ορίζεται από το φόβο της αλλαγής, από τη στροφή προς το παρελθόν, από την έντονη ενασχόληση με αρχές και ιδεολογίες που έρχονται από το παρελθόν. Από ιστορική άποψη η τάση αυτή μπορεί να μην είναι αδικαιολόγητη. Εκφράζει το αποτέλεσμα των ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών που μας πλήγωσαν και προκύπτει από την τάση κάθε κοινωνίας για αυτοσυντήρηση, φυσική, ψυχολογική, κοινωνική και πολιτική.

Η άλλη τάση εκφράζεται από την επιθυμία για διαρκή αλλαγή, από τη στροφή προς το μέλλον, από την αυτοκριτική και την αμφισβήτηση των πρακτικών, των πεποιθήσεων, και των κατευθύνσεων του παρελθόντος. Και αυτή η τάση είναι ιστορικά δικαιολογημένη. Εκφράζει την τάση των κοινωνιών για αυτοσυντήρηση διά της προσαρμογής στις νέες συνθήκες με την επινόηση και την υιοθέτηση νέων πρακτικών και νέων ιδεών, καθώς και την επινόηση νέων συνθηκών και νέων αντικειμένων και προϊόντων.

Το ζητούμενο για κάθε κοινωνία είναι η δημιουργική σύνθεση των δυνάμεων της αυτοδιατήρησης με τις δυνάμεις της αλλαγής, ώστε στην κάθε εποχή να αφήνει ανοικτές τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου για προσαρμοστικότητα και επινοητικότητα, χωρίς να χάνονται εκείνα τα χαρακτηριστικά που την ταυτίζουν και εκείνες οι λύσεις που είναι ακόμη επιτυχείς. Η παιδεία και οι δάσκαλοι έχουν το κύριο βάρος για τη δημιουργία αυτής της δημιουργικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, οι δάσκαλοι ήταν πάντα οι εκφραστές των δύο αυτών τάσεων και συχνά υπηρετούσαν τη μια από αυτές, συνήθως τη συντηρητική περισσότερο από την άλλη. Αυτή η προσέγγιση είναι κατανοητή και συχνά δικαιολογημένη υπό συνθήκες απειλής. Υπό συνθήκες όμως ελεγχόμενων εξωτερικών προκλήσεων οφείλουν να επιλέξουν τη σύνθεση για να οδηγήσουν την κοινωνία στο μέλλον με αυτοπεποίθηση και σιγουριά.

Ο Mark Mazower περιγράφει τη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα ως την πόλη «όπου ακόμη και οι λούστροι μιλούσαν τέσσερις γλώσσες». Φαντάζεστε την Κύπρο του 21ου αιώνα ως τη χώρα της οποίας οι λιγότερο μορφωμένοι πολίτες θα μιλούν από την εφηβεία τους ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά; Όπου οι πιο μορφωμένοι θα προσθέτουν τα ισπανικά και τα κινέζικα, ενώ οι πρόσφατοι μετανάστες θα φέρνουν και τη δική τους μητρική γλώσσα, φιλιπινέζικα, ρουμάνικα ή ουκρανικά; Φανταστείτε ένα πληθυσμό ενός εκατομμυρίου στη νοτιοανατολική άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του μισού δισεκατομμυρίου που να νοιώθει περήφανος κληρονόμος του Ελληνικού, του Ρωμαϊκού, του Βυζαντινού, του Φράγκικου, του Ενετικού, του Οθωμανικού, του Βρετανικού και του νεωτερικού Ευρωπαϊκού πολιτισμού! Που στα βιβλία της ιστορίας του αντί να έχει κεφάλαια «Ενετοκρατία», «Φραγκοκρατία», «Τουρκοκρατία» και «Αγγλοκρατία» θα γράφει «Η ενετική μας κληρονομιά», «η οθωμανική μας κληρονομιά», «Η βρετανική μας κληρονομιά». Φαντάζεστε τις δυνατότητες ανθρώπων που μεγαλώνουν σε μια μικτή χριστιανική, μουσουλμανική και κοσμική (secular) κοινωνία να εμπορεύονται, να δημιουργούν, να είναι διπλωμάτες, επιστήμονες, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι όντας πολίτες μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναδημιουργεί την κλασική και χριστιανική της παράδοση με τέτοιο τρόπο ώστε όλοι να θέλουν να ενταχθούν;

Έχω ήδη μακρηγορήσει. Αυτό όμως είναι η ελάχιστη τιμή που ακόμη οφείλουμε στους τρεις Μεγάλους Ιεράρχες για τη διδασκαλία, το έργο και το παράδειγμα τους. Ελπίζω να έδειξα στην αρχή της ομιλίας μου ότι υπήρξαν μεγάλοι στην εποχή τους, δημιουργώντας ένα αναγεννησιακό πνεύμα στην Ευρώπη ήλθε πολύ αργότερα. Ήταν επίσης μεγάλοι, γιατί αυτό το πνεύμα της αναγέννησης και του διαφωτισμού το ξαναπήρε ο Ελληνισμός όταν ήρθε η στιγμή της επανάστασης για την ελευθερία και έκτισε πάνω σε αυτό όταν η ελευθερία ήλθε.

Στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ελληνικού κράτους η διδασκαλία και το παράδειγμα των Τριών Ιεραρχών ξαναζωντανεύει για να σφυρηλατηθεί η εθνική συνείδηση και η ταυτότητα του πολίτη της νέας Ελλάδας. Η διδασκαλία και το παράδειγμα τους είναι ζωντανά και σήμερα και στη μικρή πληγωμένη Κύπρο όπου χρειαζόμαστε τον ορθολογισμό της κλασικής Αθήνας για να πορευτούμε με σοφία και σωφροσύνη στο σύγχρονο, περίπλοκο και απαιτητικό κόσμο. Χρειαζόμαστε, ταυτόχρονα, την αγάπη και την αλληλεγγύη του Χριστιανισμού για να διατηρήσουμε την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη που χρειάζεται ώστε να ανταποκρινόμαστε στις προσκλήσεις ως ένα σώμα. Και πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη το παράδειγμα των φωτισμένων ηγετών, ώστε η νεολαία μας να αποβάλει την οργή της και να θελήσει να πάρει από εμάς παιδεία για να δώσει μέλλον στον εαυτό της και στην πατρίδα μας. Ο καθένας διαλέγει το ρόλο του και ο λαός διαλέγει εκείνους που θα τον οδηγήσουν στο μέλλον του—που ελπίζω και πιστεύω ότι δεν θα είναι επιστροφή στο παρελθόν.