11/5/12

Ομιλία του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος κ. Σοφοκλή Αλετράρη στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών
 
11/05/2012




Είναι με ιδιαίτερη χαρά που αποδέχθηκα την πρόσκληση να προσφωνήσω τη σημερινή εκδήλωση για τον εορτασμό των 50 χρόνων λειτουργίας του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών.
Πριν από 50 χρόνια, το νεοσύστατο κυπριακό κράτος με τη στήριξη του Διεθνούς Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας χρηματοδότησε τη δημιουργία του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών. Η αρχική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 570, λήφθηκε στις 2 Μαρτίου 1961 και προέβλεπε την εγκαθίδρυση ενός Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών με αρχική κρατική χρηματοδότηση ύψους $1,229,400. Στόχος του νέου Ινστιτούτου ήταν η συγκέντρωση της κατακερματισμένης τότε γεωργικής έρευνας, η εκπαίδευση του προσωπικού και η εκπόνηση νέων ερευνητικών προτάσεων για επίλυση προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κυπριακή γεωργία. Στην ίδια Απόφαση προβλεπόταν η δημιουργία του Συμβουλίου Γεωργικής Έρευνας το οποίο θα ασκούσε καθοδηγητικό ρόλο για το νέο Ινστιτούτο και το οποίο τελικά αποφασίστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1963.
Στην πενηντάχρονη πορεία του και παρά το μικρό του μέγεθος το Ινστιτούτο έχει να παρουσιάσει ένα αξιόλογο έργο. Οι πρώτες προκλήσεις που κλήθηκε να απαντήσει αφορούσαν την ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων και ιδιαίτερα του νερού, την αντιμετώπιση σοβαρών εχθρών και ασθενειών που έπλητταν την κυπριακή γεωργοκτηνοτροφία, την εξεύρεση κατάλληλων ποικιλιών και φυλών ζώων για τις κυπριακές συνθήκες και εν τέλει τη διασφάλιση της διατροφικής επάρκειας του πληθυσμού με ορθές αποφάσεις διαχείρισης της φυτικής και ζωικής παραγωγής.

Η περίοδος μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 βρήκε το Ινστιτούτο σε μια ανοδική πορεία. Οι πειραματικοί σταθμοί του στην Αμμόχωστο και τη Μόρφου αποτέλεσαν τους κύριους χώρους ερευνητικής εργασίας και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιτυχή έκβαση των ερευνητικών προγραμμάτων. Την περίοδο εκείνη απαντήθηκαν βασικά ερωτήματα που απασχολούσαν την κυπριακή γεωργία της εποχής, δόθηκε σημαντική ώθηση στην επέκταση της εσπεριδοκαλλιέργειας
, της πατατοκαλλιέργειας, των λαχανικών και των δενδρωδών καλλιεργειών, εξοικονομήθηκαν οι περιορισμένοι υδατικοί πόροι, ενώ ο κάμπος της Μεσαορίας διέθρεψε με επάρκεια τον κυπριακό πληθυσμό. Ο πρωταρχικός στόχος της διατροφικής ασφάλειας επιτεύχθηκε, η γεωργία μετατράπηκε σε μια επικερδή απασχόληση και σημαντικά ποσά ξένου συναλλάγματος εισέρρεαν στην Κύπρο από τις γεωργικές εξαγωγές.
Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή και την απώλεια των δύο μεγάλων πειραματικών σταθμών – της Μόρφου και της Αμμοχώστου – το Ινστιτούτο δημιούργησε νέους σταθμούς, αρχικά στην Αχέλεια, αργότερα στο Ζύγι και τον Σαϊττά και πιο πρόσφατα στην Πόλη Χρυσοχούς και την Ξυλοτύμπου. Από το 1974 μέχρι και το 2004, το Ινστιτούτο ασχολήθηκε επισταμένα με νέα προβλήματα και προκλήσεις. Η μείωση των καλλιεργουμένων εκτάσεων και η απώλεια του πιο εύφορου μέρους εξαιτίας της τουρκικής κατοχής επέβαλλαν την εντατικοποίηση της γεωργίας έτσι ώστε και πάλι να επιτευχθεί αυτάρκεια τροφίμων. Είναι η περίοδος της δημιουργίας των πρώτων ποικιλιών κριθαριού και σιταριού από το Ινστιτούτο
, οι οποίες συνέβαλαν και συμβάλλουν σημαντικά στη διασφάλιση ικανοποιητικής παραγωγής σιτηρών κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες της Κύπρου.
Εξαιτίας και της ραγδαίας επέκτασης του τομέα της ζωικής παραγωγής και της συνακόλουθης έλλειψης ζωοτροφών η προσπάθεια επικεντρώθηκε στη μελέτη των διαφόρων υποπροϊόντων της κυπριακής γεωργίας ως ζωοτροφής, στη γενετική βελτίωση των ζώων και στην ορθή διαχείριση των κτηνοτροφικών μονάδων. Μελετήθηκαν νέες ποικιλίες εσπεριδοειδών, αμπελιών, πατάτας, δενδρωδών καλλιεργειών και λαχανικών με σκοπό τη βελτίωση των αποδόσεων. Η φυτοπροστασία στήριξε την προσπάθεια με την καταπολέμηση εχθρών και ασθενειών, την εξυγίανση του πολλαπλασιαστικού υλικού και τη σταδιακή μεταστροφή από την εντατική χρήση φυτοφαρμάκων στην Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παραγωγής.

Ξεχωριστή διάκριση για το Ινστιτούτο αποτελεί η επιλογή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση
, το 2000, σε Κέντρο Αρίστων Επιδόσεων στη Γεωργία και το Περιβάλλον. Η διάκριση αυτή ήταν η έμπρακτη αναγνώριση του έργου του Ινστιτούτου, το οποίο τυγχάνει εκτίμησης εκτός των ορίων της Κύπρου. Η προστασία του περιβάλλοντος για πρώτη αφορά αποκτά κεντρικό ρόλο στα ερευνητικά προγράμματα του Ινστιτούτου, τα οποία πλέον αρχίζουν να μελετούν σφαιρικά τις επιπτώσεις από τη γεωργική δραστηριότητα.
Μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, τα ερευνητικά προγράμματα του Ινστιτούτου υιοθετούν πλήρως τις πρόνοιες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Έτσι, εκτός από την προστασία του περιβάλλοντος, η αειφόρος χρήση των φυσικών πόρων, η προστασία της υγείας του καταναλωτή, η ευημερία των ζώων και η παραγωγή γεωργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας που να ικανοποιούν τις ανάγκες του καταναλωτή, αποτελούν τους κεντρικούς άξονες που διαπνέουν την ερευνητική του δραστηριότητα. Παράλληλα, εντείνεται η προσπάθεια για μεταφορά της συσσωρευμένης γνώσης που απέκτησε το Ινστιτούτο στους τελικούς χρήστες μέσω της εκπαίδευσης αγροτών, φοιτητών και γεωπόνων.

Επιδίωξη μας στο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος
είναι η συνεχής βελτίωση των υπηρεσιών ώστε με υπεύθυνη τεχνοκρατική στήριξη να εκσυγχρονίσουμε τον αγροτικό μας τομέα για να επιβιώσει και να ανταποκριθεί με αξιώσεις στο έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί διεθνώς.
Όπως γνωρίζετε
, η Κύπρος αναλαμβάνει τις εργασίες της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρώπης την 1η Ιουλίου 2012 και αναμένεται επί δικής μας Προεδρίας να ολοκληρωθούν οι εργασίες για τη νέα ΚΑΠ 2014-2020. Θέματα όπως η κλιματική αλλαγή, η διατροφική ασφάλεια, η αειφόρος χρήση των φυσικών πόρων και μέθοδοι παραγωγής χαμηλών εισροών θα βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας ΚΑΠ. Ευελπιστούμε ότι με τη συμβολή και του Ινστιτούτου, τα θέματα αυτά θα τύχουν ορθής διαχείρισης στο άμεσο μέλλον ώστε η κυπριακή γεωργία να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διατήρηση μιας βιώσιμης και ζωντανής υπαίθρου.