22/6/16

Ομιλία Γενικού Γραμματέα ΚΕ ΑΚΕΛ Α. Κυπριανού

Ομιλία Γενικού Γραμματέα ΚΕ ΑΚΕΛ Α. Κυπριανού στην συζήτηση στις Βρυξέλλες
«Το καμίνι της Ανατολικής Μεσογείου- Ο ρόλος της Τουρκίας»

Για να συζητήσουμε για το ρόλο της Τουρκίας σήμερα, στην ευρύτερη περιοχή, πρέπει να λάβουμε πρώτα υπόψη ορισμένους παράγοντες οι οποίοι δεν υπήρχαν τις προηγούμενες περιόδους. Τονίζω αυτή την ανάγκη γιατί δυστυχώς πολλές φορές συζητούμε για την Τουρκία ως να μην άλλαξε τίποτε εντός και εκτός της χώρας τα τελευταία 40 χρόνια. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι.
Μετά την οικονομική κρίση του 2008 και τις συνέπειες που προκάλεσε στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με τους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρών όπως η Ρωσία, Βραζιλία, Ινδία, Κίνα, αλλά και μικρότερων κρατών όπως η Τουρκία, το Μεξικό, η Μαλαισία και η Ινδονησία το σύνολο της ισχύος μετατοπίστηκε από τις ΗΠΑ και τη Δύση. Η σταδιακή μετακίνηση κεφαλαίου, εμπορίου και βιομηχανικής παραγωγής από τη Δύση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, τα τελευταία χρόνια, συνιστά τη βάση πάνω στην οποία μεταβάλλεται ο ανταγωνισμός για ηγεμονία στο παγκόσμιο σύστημα. Η ροή ξένου κεφαλαίου από τις ανεπτυγμένες στις τριάντα πιο ισχυρές αναπτυσσόμενες οικονομίες το 2001 ήταν 169 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2007 έφτασε τα 919 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2001 το 74% του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου διεξαγόταν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες και το υπόλοιπο 26% από τις αναπτυσσόμενες. Το 2007, το ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου που διεξαγόταν από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες έφτασε το 33.7%. Υπάρχει μάλιστα η πρόβλεψη ότι το 2030 αναμένεται οι αναπτυσσόμενες οικονομίες να έχουν μερίδιο 70% του παγκόσμιου εμπορίου, ανατρέποντας την πραγματικότητα που επικρατούσε στις αρχές του 21ου αιώνα. Περίπου τα ίδια δεδομένα καταγράφονται και στο θέμα της βιομηχανικής παραγωγής για την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προβλέψει ότι το επίκεντρό της, μέχρι και το 2030 θα είναι n Ανατολή και η Ασία. Αυτή η υλική βάση της παγκόσμιας πραγματικότητας φαίνεται να επηρεάζει την ενίσχυση της επιρροής των «μη-δυτικών» δυνάμεων. Φαίνεται επίσης να αλλάζει και τη στάση τους στη γεωπολιτική σκακιέρα. 
Δεν ήταν λοιπόν τυχαία που το ΑΚΡ δήλωνε το 2011 ότι «τα επόμενα χρόνια οι μεγάλες αλλαγές στο σημερινό παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, στη δομή των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ χωρών και εθνών, θα είναι αναπόφευκτες», θέτοντας ως στόχο και όραμα του  «τη διασφάλιση της θέσης της Τουρκίας ως μιας από τις συνιδρυτικές και καθοριστικές χώρες αυτού του νέου συστήματος και τάξης πραγμάτων». Είναι σαφής η επιδίωξη της Τουρκίας όχι απλώς να έχει ρόλο στις εξελίξεις αλλά να δημιουργήσει η ίδια τις εξελίξεις. Πρώτο όπλο στη φαρέτρα της η παρουσίαση της χώρας ως παράδειγμα ενός «μετα- κοσμικού» και εκτός Δύσης καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού το οποίο καταφέρνει να συνδυάζει τις πολιτισμικές και θρησκευτικές αξίες του Ισλάμ με το περιεχόμενο της επικρατούσας παγκόσμιας αγοράς. Σε αυτά τα πλαίσια η Τουρκία παίζει το ρόλο ηγέτη και προστάτη της περιφέρειας, που επιδιώκει να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη σταθερότητα «για την ίδια αλλά και για τις γειτονικές περιοχές», κατά τις προσδοκίες του Ερντογάν.
Είναι το σκηνικό έντασης της βίας στη Μέση Ανατολή και των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο ευκαιρία για την Τουρκία να αναδειχθεί ως τέτοια δύναμη; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί δίχως να ληφθούν υπόψιν οι οικονομικές και πολιτικές δομές της ίδιας της χώρας αλλά και οι διεθνείς και περιφερειακές αλλαγές. Με άλλα λόγια η Τουρκία δεν μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό της περιφερειακό ηγέτη αν για παράδειγμα απωλέσει αντί να ενισχύσει τη θέση της στους G-20 ή αν δε λειτουργήσει η ίδια ως «φορέας νεοφιλελεύθερης ενσωμάτωσης» για τον εαυτό της αλλά και την περιφέρεια.
Η Ανατολική Μεσόγειος είναι σημαντική περιοχή στο επίκεντρο της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων την ηγεμονία της οποίας διεκδικεί η Τουρκία. Τα στοιχεία για την Ανατολική Μεσόγειο επιβεβαιώνουν τη σημασία της, όπως και τις πηγές έντασης των ανταγωνισμών. Σύμφωνα με στοιχεία του 2012, το 75%-80% του παγκόσμιου εμπορίου διεξάγεται από τη θάλασσα. Την ίδια περίοδο τα κέρδη από το θαλάσσιο εμπόριο έφτασαν τα 400 δισ. δολάρια. Τα στοιχεία του ίδιου χρόνου δείχνουν ότι το 30% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου διεξάγεται στην Ανατολική Μεσόγειο όπως και το 25% της θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου. Περίπου 200.000 πλοία διακινούνται ετησίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Το 2010, το Κέντρο Γεωλογικών Ερευνών των Η.Π.Α. σε έκθεσή του, εκτίμησε ότι η αξία των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου είναι περίπου 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το 2012, περίπου το 25%-30% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιήθηκε από τα λιμάνια της στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους λόγους για τους οποίους οι ανταγωνισμοί αυξάνονται.
Η ηγεμονία της Τουρκίας στην περιοχή ίσως να θεωρείτο η φυσιολογική συνέπεια της περιόδου 2008-2009, όταν η χώρα εμφανιζόταν ως δύναμη αλλαγών και οικονομικής επιτυχίας. Όταν επίσης η Τουρκία εμφανιζόταν ως ο διαμεσολαβητής μεταξύ Ισραήλ και Συρίας για την επίλυση των μεταξύ τους προβλημάτων. Όταν διεξήγαγε κοινές συνόδους με τα υπουργικά συμβούλια των κυβερνήσεων της Αιγύπτου, του Ιράκ, της Συρίας, της Ρωσίας και της Ελλάδας. Όταν ο νεοκλεγείς τότε Μπάρακ Ομπάμα επέλεγε την Τουρκία για το πρώτο διατλαντικό του ταξίδι και διακήρυσσε τη βούληση του για «στρατηγικό συνεταιρισμό» μεταξύ των δύο χωρών. Όταν τότε η Τουρκία παρουσιαζόταν από τη φιλελευθέρη ακαδημαϊκή κοινότητα στη Δύση και αλλού, ως το μοντέλο εκσυγχρονισμού που θα έπρεπε να ακολουθήσουν οι κοινωνίες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η σθεναρή παραμονή του Άσσαντ στην εξουσία, παρά τις τουρκικές προσδοκίες για «βελούδινη απομάκρυνση του», η εμφάνιση του Ισλαμικού κράτους αλλά και το αδύνατο να υπάρξει τελικά η Μουσουλμανική Αδελφότητα ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας έφεραν τα πάνω κάτω. Η Τουρκία επέλεξε τελικά να γίνει μέρος του συριακού εμφυλίου. Ωστόσο παρόλο που οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές δεν οδήγησαν σε ρήξη τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Οι ΗΠΑ παραμένουν προσεχτικές με κάποιες ευαισθησίες της Τουρκίας, σε σχέση με την περιφερειακή επιρροή του ένοπλου κουρδικού κινήματος. Σε τελική ανάλυση εάν η Τουρκία συνεχίσει να επιμένει σε λύση που θα διασφαλίζει την ενότητα της Συρίας, τότε αναλόγως θα επιδιώξει να αλλάξει και τις διεθνείς της συνεργασίες. Αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει το ρόλο της ως ηγετική δύναμη της περιφέρειας, ίσως όμως επηρεάσει τις συμμαχίες που θέλει να έχει. 
Η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από την Άγκυρα ήταν μια αντίδραση στην αλλαγή ισορροπιών ισχύος επί του συριακού εδάφους. Ήταν όμως την ίδια στιγμή και μια εξέλιξη που επηρέασε αρνητικά τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, αμφισβητώντας με ουσιαστικό τρόπο το μοντέλο που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα Τουρκία και Ρωσία κατάφεραν να αναπτύξουν τις σχέσεις τους σε σημαντικό επίπεδο επικεντρωμένες στην οικονομία, το εμπόριο και την ενέργεια. Υποβάθμισαν ταυτόχρονα τις διαφωνίες τους σε άλλα πολιτικά θέματα όπως ήταν αρχικά η κατάσταση στη Συρία και το Κυπριακό. Εφάρμοσαν με λίγα λόγια ένα μοντέλο «διαμερισματοποίησης» των διμερών τους σχέσεων και επικεντρώθηκαν στα ζητήματα με προοπτική συνεργασιών, παρά σε εκείνα που προκαλούσαν διαφωνίες. Όμως οι ανακατάξεις στην περιοχή τελικά αποδείχθηκαν πιο ισχυρές. Η επιθετική ενέργεια της Τουρκία έφερε σε σημείο ανοιχτής ρήξης τις σχέσεις με τη Ρωσία και την έχει απομονώσει περαιτέρω στην περιοχή. Ακριβώς λόγω αυτής της απομόνωσης δεν είναι απίθανο το επόμενο χρονικό διάστημα να παρακολουθήσουμε προσπάθειες μερικής έστω ομαλοποίησης των σχέσεων από πλευράς Τουρκίας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχέσεις θα βρεθούν στα παλιά τους επίπεδα και χωρίς να σημαίνει ότι θα αρθούν οι διαφωνίες. Οι ανταγωνισμοί στην περιοχή είναι τόσο πολύπλοκοι και αναπτύσσονται με τέτοιες δυναμικές που στο παρόν στάδιο εμποδίζουν τη σύγκλιση σε διάφορα πολιτικά θέματα. Ωστόσο είναι γεγονός ότι μέσα από την προσπάθεια για ομαλοποίηση των οικονομικών σχέσεων της με τη Ρωσία, η Τουρκία μελετά τα ενδεχόμενα αλλαγής ευρύτερων συνεργασιών.
Μέσα στο κάδρο κανένας δεν πρέπει να ξεχνά ότι υπάρχει και η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ταλαιπωρημένη σχέση της με την Τουρκία. Για την κοινωνία της Τουρκίας στις απαρχές του 21ου αιώνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν πανάκεια. Την ίδια περίοδο το ΑΚΡ ανέλαβε την εξουσία. Μετά τις εκλογές του 2007 και του 2011 και μέσα στα νέα δεδομένα που δημιούργησε τότε η παγκόσμια οικονομική κρίση και η λεγόμενη αραβική άνοιξη, το ΑΚΡ εσωτερικά είχε ήδη θεμελιώσει σε μεγάλο βαθμό την ηγεμονία του. Πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν το ιδανικό που κουβαλά μαζί του οικουμενικές αξίες, αλλά ένας ισότιμος παίκτης με τον οποίο η σχέση πρέπει να διατηρείται και να ενισχύεται, αλλά και να αποφέρει σοβαρά ανταλλάγματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πλήρως τη σημασία της κατάργησης των θεωρήσεων βίζας σε Τούρκους πολίτες. Πρόκειται για ένα θέμα που το βιώνουν οι οικονομικοί παράγοντες της χώρας. Συνεπώς η κατάργηση των θεωρήσεων εισόδου, θα ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα της Τουρκίας στην Ευρώπη. Γίνεται επίσης αντιληπτό ότι τα δεδομένα που δημιούργησε η προσφυγική κρίση και η αδυναμία χειρισμού της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια διαπραγμάτευσης. Σε αυτό επενδύει η Άγκυρα.
Το συγκεκριμένο ζήτημα ανησυχεί σοβαρά την Κύπρο και βέβαια και το ΑΚΕΛ, δεδομένου ότι η Τουρκία συνεχίζει εδώ και 42 χρόνια να κατέχει 37% τους εδάφους της Κύπρου και να εφαρμόζει ασταμάτητα πολιτική εποικισμού και αφομοίωσης. Επίσης η Τουρκία αρνείται να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο της Αγκύρας, να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως ένα από τα 28 Κράτη-Μέλη της ΕΕ και να ανταποκριθεί πλήρως στις κυπρογενείς υποχρεώσεις της.
Η πλήρης εκπλήρωση όλων των κριτήριων για την άρση των απαιτήσεων θεώρησης εισόδου για Τούρκους πολίτες συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Ως ΑΚΕΛ αναμένουμε ότι θα τηρηθεί από πλευράς των ευρωπαϊκών θεσμών θέση αρχής. 
Για το Κυπριακό πρόβλημα και το ρόλο της Τουρκίας θα μιλήσει στη συνέχεια ο Τουμάζος Τσιελεπής. Θα ήθελα μόνο να μου επιτρέψετε ορισμένες βασικές παρατηρήσεις, τις οποίες θα μπορούμε να συζητήσουμε στη συνέχεια. Ο εποικισμός ως επίσημη τουρκική πολιτική για χρόνια, τα οικονομικά πρωτόκολλα, η συμφωνία για το νερό, η παρουσία της Τουρκίας στα κατεχόμενα εδάφη (στρατιωτική, πολιτική και πολιτιστική-θρησκευτική) αλλάζουν μέρα με τη μέρα την ταυτότητα και την προοπτική της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Μεγαλύτερος σύμμαχος της Τουρκίας σε αυτή την προσπάθεια είναι η συνεχιζόμενη διαίρεση και κατοχή. Ταυτόχρονα κανένας δεν πρέπει να φαντασιώνεται ότι οι αντοχές της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι απεριόριστες.
 Ως ΑΚΕΛ, θεωρούμε ότι το προοδευτικό τουρκοκυπριακό κίνημα είναι ο σύμμαχος μας στον αγώνα για την επιβίωση του λαού μας στην κοινή μας πατρίδα. Η αγωνία των Τουρκοκυπρίων είναι και δική μας αγωνία. Είμαστε μια φωνή που φωνάζει για όλη την Κύπρο. Δεν αντικρίζουμε την υπόθεση της Κύπρου και το μέλλον της ως στενά κοινοτική υπόθεση. Γι΄αυτό επιμένουμε και θα συνεχίσουμε να επιμένουμε ότι η τουρκοκυπριακή, όπως και η ελληνοκυπριακή κοινότητα, θα εξουδετερώσουν μια για πάντα ό, τι απειλεί την επιβίωση τους μόνο όταν καταφέρουν να συμβιώσουν στα πλαίσια μιας ομοσπονδίας. Μόνο όταν ξεκινήσουν ξανά να βάζουν τα θεμέλια της κοινής ζωής, της κοινής κοινωνικής και πολιτικής δράσης.
Στη δική μας αντίληψη η ομοσπονδία δεν είναι βάθρο ελληνοκυπριακής εξουσίας, αλλά πεδίο δημιουργικής συνεργασίας ισότιμων εταίρων και συμπατριωτών. Στα πλαίσια ενός επανενωμένου κράτους με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα, όπου θα διασφαλίζεται ότι οι δύο κοινότητες θα συμβιώνουν και θα συνεργάζονται σε πατρίδα ενωμένη και ανεξάρτητη. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι διαγράφονται οι ιστορικές σχέσεις των δύο κοινοτήτων με την Ελλάδα και την Τουρκία. Σημαίνει όμως ότι ο λαός μας, όλοι οι Κύπριοι, μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς κηδεμόνες. Ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα έχουν πια χειραφετηθεί και θα μπορούν μαζί να εργάζονται για το κοινό τους μέλλον.
Η εποικοδομητική στάση της Τουρκίας στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού στη βάση των όσων συμφωνήθηκαν είναι μια χρυσή ευκαιρία για να εκπληρώσει επί της ουσίας και όχι χάριν των εντυπώσεων το στόχο της: να συμβάλει στο να γίνει η Κύπρος ένα επανενωμένο κράτος που θα είναι φάρος και παράδειγμα για όλο τον κόσμο. Θα είναι σύγχρονο πρότυπο αρμονικής συμβίωσης δύο κοινοτήτων διαφορετικής εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας που θα συνδιαχειρίζονται το κοινό τους κράτος. Θα είναι χώρα που θα έχει καταφέρει να διώξει τους στρατούς και θα διοχετεύει όλες της τις δυνάμεις και τους πόρους στις κοινωνικές επενδύσεις και στην οικονομική ανάπτυξη. Δίχως κόστος και με οφέλη για όλη την περιοχή. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν λοιπόν για την Τουρκία.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.