11/11/13

Στο πλαίσιο συμμετοχής του στη Συνάντηση Ασίας – Ευρώπης (ASEM) που πραγματοποιείται σήμερα και αύριο στο Νέο Δελχί, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Ιωάννης Κασουλίδης είχε χθες διμερή συνάντηση με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ινδίας κ. Salman Khurshid. Η συνάντηση των δυο Υπουργών πραγματοποιήθηκε σε πολύ θετικό κλίμα και σε αυτήν επανεπιβεβαιώθηκαν οι στενοί και ιστορικοί δεσμοί φιλίας Κύπρου και Ινδίας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, οι κ.κ. Κασουλίδης και Khurshid συζήτησαν θέματα διμερών σχέσεων καθώς και θέματα οικονομικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων της ολοκλήρωσης νέων συμφωνιών και της περαιτέρω προώθησης επενδύσεων μεταξύ των δυο χωρών. Παράλληλα, διαπιστώθηκε η δέσμευση των δύο πλευρών να εργασθούν από κοινού προς επίλυση των θεμάτων που προέκυψαν με τη Συμφωνία Αποφυγής Διπλής Φορολογίας. Ο κ. Κασουλίδης προέβη, επίσης, σε σύντομη ενημέρωση επί των τελευταίων εξελίξεων στο Κυπριακό, ενώ ο κ. Khrurshid επανέλαβε τη στήριξη της χώρας του στην ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, εκφράζοντας την ελπίδα για ευόδωση των προσπαθειών που καταβάλλονται για επίλυση του Κυπριακού. Αρχή

Με αφορμή την υπόθεση παράνομης διαδικασίας υιοθεσίας νεογέννητου βρέφους, την οποία εξετάζει η κυπριακή αστυνομία, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κα Λήδα Κουρσουμπά επιθυμεί να αναφερθεί στη θεμελιακή αρχή των πράξεων υιοθεσίας, σύμφωνα με την οποία κάθε πράξη υιοθεσίας πρέπει να εδράζεται και να υπηρετεί, πρωτίστως, τα δικαιώματα του παιδιού. Ευθύνη της Πολιτείας είναι να θεσπίζει εκείνο το νομοθετικό πλαίσιο και να υιοθετεί εκείνες τις διαδικασίες που να το διασφαλίζουν.
Κάθε πράξη υιοθεσίας πρέπει να είναι το αποτέλεσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων στις οποίες βρίσκεται ένα παιδί και, σε καμιά περίπτωση, για τον λόγο ότι ένα άτομο ή ένα ζευγάρι έχει εκφράσει επιθυμία να αποκτήσει ένα παιδί. Ως εκ τούτου, η διαδικασία θα πρέπει να καθοδηγείται από τις ανάγκες του ίδιου του παιδιού και να εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του. Η διερεύνηση του κατά πόσο μια πράξη υιοθεσίας θα εξυπηρετήσει όντως το συμφέρον του παιδιού αποτελεί έργο πολυδιάστατο και σύνθετο, που θα πρέπει να διεκπεραιώνεται από ειδικά εκπαιδευμένους επαγγελματίες. Σε καμία περίπτωση η επιθυμία για απόκτηση ενός παιδιού, κατά τα άλλα απόλυτα κατανοητή και σεβαστή, όσο έντονη και ειλικρινής και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει το αποκλειστικό κριτήριο στη βάση του οποίου θα εξεταστεί το αίτημα μιας υιοθεσίας. Η καταβολή δε οποιουδήποτε χρηματικού ποσού ως αντίτιμο για την παραχώρηση ενός παιδιού για υιοθεσία, υπό οποιοδήποτε πρόσχημα, υποβαθμίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στην κατάσταση ενός εμπορεύσιμου αγαθού, ως εκ τούτου συνιστά πράξη εμπορίας και, κατά συνέπεια, ποινικό αδίκημα.
Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, από την εγκαθίδρυση του Θεσμού το 2008, έθεσε το θέμα της νομοθετικής ρύθμισης των υιοθεσιών ως μια από τις προτεραιότητες της. Στο πλαίσιο του ελεγκτικού της ρόλου, μελέτησε διεξοδικά το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και προχώρησε, αυτεπάγγελτα, σε παρέμβαση προς την αρμόδια Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην παρέμβασή της αυτή, η Επίτροπος επισήμανε την ανάγκη για εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, στη βάση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού καθώς και της Σύμβασης της Χάγης για την Προστασία Παιδιών και τη Συνεργασία Αναφορικά με τη Διακρατική Υιοθεσία, προσδιορίζοντας τις βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν ένα τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο. Η Επίτροπος, έκτοτε, παρακολουθεί τη διαδικασία εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας, ενισχύοντας την προσπάθεια του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με παρατηρήσεις, σχόλια και εισηγήσεις επί των προσχεδίων του νέου νομοσχεδίου.
Η Επίτροπος επισημαίνει ότι το υπό διερεύνηση περιστατικό συνδέεται με μια από τις αδυναμίες του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παραβίασης των δικαιωμάτων του παιδιού. Πιο συγκεκριμένα, τη δυνατότητα διευθέτησης υιοθεσίας μετά από συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών, χωρίς την παρέμβαση επαγγελματικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης αξιολόγησης. Με ικανοποίησή της η Επίτροπος είδε ότι αυτή η αδυναμία αντιμετωπίζεται στο τελικό προσχέδιο του υπό ετοιμασία νομοσχεδίου, με την κατάργηση της συγκεκριμένης δυνατότητας.
Η Επίτροπος καλεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να προωθήσει άμεσα την κατάθεση του εν λόγω Νομοσχεδίου στη Βουλή για θεσμοθέτηση.