28/2/13

Τοποθέτηση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κας Λήδας Κουρσουμπά σε σχέση με εκδηλώσεις αντικοινωνικής συμπεριφοράς στον χώρο του σχολείου

Κατά καιρούς αναπτύσσεται δημόσιος διάλογος γύρω από τα θέματα που αφορούν τη συμπεριφορά των παιδιών και ιδιαίτερα των εφήβων στον χώρο του σχολείου. Τις περισσότερες φορές, δυστυχώς, πρόκειται για ένα διάλογο εντελώς αποσπασματικό και μάλλον επιφανειακό ο οποίος εκτυλίσσεται κάτω από την πίεση συγκεκριμένων, ομολογουμένως, δυσάρεστων περιστατικών. Απλοϊκές αναλύσεις, μονοδιάστατες και σαφώς άστοχες συσχετίσεις, θεμελιωμένες στην άγνοια και την προκατάληψη, προωθούν μια γενικευμένα απαισιόδοξη και φοβική εικόνα των παιδιών ως απειλή για την ομαλότητα και την κοινωνική τάξη.

Είναι με λύπη που παρατηρώ ότι δημόσιοι λειτουργοί με δηλώσεις τους προσθέτουν και ενισχύουν την οικοδόμηση της συγκεκριμένης εικόνας. Αναφέρομαι, ειδικότερα, σε πρόσφατες δηλώσεις της Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης με τις οποίες επιχειρείται όπως τα δικαιώματα του παιδιού και η εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς από μέρους παιδιών στον χώρο του σχολείου, διασυνδεθούν με μια αιτιακή σχέση.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης, όπως αυτές δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» στις 15/2/2013, «από τον καιρό που ανακαλύψαμε ότι τα παιδιά έχουν δικαιώματα – τονίζονται μόνο τα δικαιώματα χωρίς όμως και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις – δημιουργούνται ανάλογες καταστάσεις μέσα στο σχολείο» .

Θεωρώ ότι έχω θεσμική υποχρέωση, ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, να καταθέσω δημόσια την απογοήτευση και απαρέσκειά μου γιαυτές τις δηλώσεις της Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης. Τα δικαιώματα του παιδιού συνιστούν μέρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιας από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας στην προσπάθειά της να θεμελιώσει πραγματικά ανθρωποκεντρικές κοινωνίες.

Το δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο, το οποίο οραματίζεται η Πολιτεία δεν μπορεί παρά να είναι ένα σχολείο για παιδιά με δικαιώματα. Ένα σχολείο όπου τα δικαιώματα του παιδιού δεν είναι σε καμιά περίπτωση ξερή γνώση προς αποστήθιση, ούτε παραμένουν απλά ένας ακόμη διδακτικός στόχος. Αντίθετα, είναι ενσωματωμένα στις διδακτικές διαδικασίες, διαμορφώνουν και διαποτίζουν το κλίμα του σχολείου, οργανώνουν τις πρακτικές και ρυθμίζουν τις σχέσεις τόσο των παιδιών μεταξύ τους όσο και των παιδιών με τους εκπαιδευτικούς. Σε ένα τέτοιο σχολείο είναι αυτονόητο ότι, ο σεβασμός των δικαιωμάτων εμπεδώνεται και μετουσιώνεται σε πράξη, πρώτα και κύρια, μέσα από την προσωπική δέσμευση καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά, στην προκειμένη περίπτωση παιδιών και εκπαιδευτικών, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η προσωπική αυτή δέσμευση στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ικανή και απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση κουλτούρας ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον χώρο του σχολείου. Μια τέτοια κουλτούρα είναι δυνατό να λειτουργήσει ως αποτελεσματική ασφαλιστική δικλείδα για την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του σχολείου απαλλαγμένη από κάθε μορφής βία ή αντικοινωνική συμπεριφορά, από όπου κι αν προέρχεται.

Πέραν τούτου, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση να προστατεύει, να διασφαλίζει και να προωθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και τα δικαιώματα του παιδιού ειδικότερα. Η υποχρέωση αυτή, απόρροια διεθνών νομικών δεσμεύσεων αλλά και της κείμενης εθνικής νομοθεσίας, αναλήφθηκε στη βάση σχετικών αποφάσεων των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας. Ως εκ τούτου κανένας δημόσιος λειτουργός – ανεξάρτητα και πέρα από τις όποιες προσωπικές του απόψεις - δεν έχει αρμοδιότητα είτε να την αμφισβητεί ή/ και να την παραγνωρίζει. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν αφήνει εκτεθειμένο απλά τον εαυτό του, αλλά εκθέτει και την ίδια την Πολιτεία η οποία του έχει εμπιστευθεί το πόστο που υπηρετεί. Και αυτό, για μια χώρα η οποία θεμελιώνει τη συνέχιση της κρατικής της οντότητας στον σεβασμό του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι τουλάχιστον προβληματικό.