Στο πλαίσιο των συνολικών δράσεών μας για ανάδειξη της Κυπριακής Αρχαιολογίας, η Κυβέρνησή μας αποφάσισε την αναβίωση του πολύ πετυχημένου θεσμού του Βραβείου για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου
μετά από 14 χρόνια, είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης μιλώντας απόψε στην τελετή απονομής του Βραβείου για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου, στο Θέατρο Παλλάς, στη Λευκωσία.Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του χαιρετισμού του Προέδρου της Δημοκρατίας.
«Είναι με ιδιαίτερη χαρά και τιμή που σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση, που είναι αφιερωμένη στην αρχαιολογική κληρονομιά της χώρας μας, στον αρχαιολογικό πλούτο της Κύπρου. Πέραν του πλούτου, πέραν του αρχαιολογικού θησαυρού της χώρας μας, η αποψινή εκδήλωση είναι και αφιερωμένη σε ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση και την προβολή του. Όπως γνωρίζετε, η πατρίδα μας, γεωγραφικά τοποθετημένη σε ένα σημείο αναφοράς ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, αποτέλεσε διαχρονικά γέφυρα διακίνησης ιδεών, ανθρώπων και αγαθών, διαμορφώνοντας την ίδια στιγμή τον δικό της ιδιαίτερο πολιτισμό που χαρακτηρίζεται από πλούσιες παραδόσεις. Παραδόσεις και Κληρονομιά που αποτελούν την ταυτότητά μας, αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και, φυσικά, αποτελούν τη βάση για το πού πορευόμαστε. Και σε όλα αυτά, η Αρχαιολογία είναι αυτή που μάς προσφέρει πολύτιμα εφόδια γνώσης και κατανόησης τόσο σε σχέση με τους προγόνους μας, τα επιτεύγματά τους, αλλά και τον τρόπο ζωής τους, την καθημερινότητά τους, τις συνήθειές τους και πολλά άλλα.
Ακριβώς στη βάση αυτής της συλλογιστικής, αλλά και στο πλαίσιο των συνολικών μας δράσεων για ανάδειξη της Κυπριακής Αρχαιολογίας, η Κυβέρνησή μας αποφάσισε την αναβίωση του πολύ πετυχημένου θεσμού του Βραβείου για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου, μετά από 14 χρόνια. Έχοντας συμβολικό, αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, το Βραβείο αποτελεί την ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης του κυπριακού λαού και της Πολιτείας προς άτομα, των οποίων το Έργο συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση και στην προβολή της αρχαιολογικής μας κληρονομιάς και του αρχαιολογικού μας πλούτου. Αξίζει να υπενθυμίσω ότι το Βραβείο αυτό έχουν λάβει στο παρελθόν οι: Κωνσταντίνος Λεβέντης (2002), Δημήτρης Πιερίδης (2004), η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή Κύπρου (2006), το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου (2008) και ο Βάσος Καραγιώργης (2011).
Κυρίες και κύριοι,
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το οποίο ιδρύθηκε πριν από την ύπαρξη ακόμη και της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1935, με τη θέσπιση του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, αποτελεί τον βασικό φορέα, ειδικότερα από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, ενασχόλησης με τα θέματα της Κυπριακής Αρχαιολογίας. Έθεσε τις βάσεις για μια συστηματική και οργανωμένη προσέγγιση στη διαχείριση, διαφύλαξη και ανάδειξη των μοναδικών αρχαιοτήτων και των αρχαίων μνημείων και χώρων της Κύπρου. Ο ρόλος του υπήρξε ανέκαθεν πολυεπίπεδος αφού δεν περιορίζεται μόνο στη συντήρηση των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων που επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο, αλλά επεκτείνεται και στην αποκατάσταση και διατήρηση αρχαίων μνημείων και κινητών ευρημάτων.
Την ίδια στιγμή, από τη μέσα ίδρυσής του μέχρι σήμερα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή ανασκαφών, καθώς και αρχαιολογικών επισκοπήσεων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αποκάλυψη και τεκμηρίωση της μακραίωνης και πλούσιας ιστορίας του τόπου μας. Μέσα από το έργο των ανθρώπων του, αρχαιολόγων, συντηρητών, τεχνικών, εργατοτεχνιτών και άλλων ειδικοτήτων, αναδύθηκαν στο φως μοναδικά ευρήματα, για τα οποία είμαστε περήφανοι. Ευρήματα που φωτίζουν πτυχές της ζωής και της καθημερινότητας των ανθρώπων που έζησαν στην Κύπρο από την προϊστορία μέχρι και τους νεότερους χρόνους.
Την ίδια στιγμή, μέσα από τις μόνιμες και τις περιοδικές εκθέσεις τους, τα μουσεία μας που βρίσκονται στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αρχαιοτήτων φέρνουν το κοινό σε άμεση επαφή με τα τεκμήρια του παρελθόντος, ενισχύοντας την ιστορική συνείδηση και την ταυτότητά μας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το έργο της συντήρησης, αναστύλωσης, προστασίας και προβολής των αρχαίων μνημείων Πρώτου και Δεύτερου Πίνακα, όπως επίσης των αρχαιολογικών χώρων. Με σεβασμό πάντοτε στην ιστορική αξία κάθε μνημείου, το Τμήμα Αρχαιοτήτων μεριμνά διαχρονικά, ώστε αυτά να διατηρούνται και να αναδεικνύονται με τρόπο που να εξυπηρετεί και την επιστημονική έρευνα αλλά και ευρύτερα την κοινωνία μας.
Δυστυχώς, τα τραγικά γεγονότα του 1974 με την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή υπήρξαν καταστροφικά για την πολιτιστική μας κληρονομιά, καθώς πολλοί αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία και θρησκευτικά μνημεία καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν, με αποτέλεσμα χιλιάδες μοναδικά αρχαιολογικά αντικείμενα, δυστυχώς, να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές και να αποτελέσουν αντικείμενο παράνομης διακίνησης. Και αυτός είναι ένας άλλος τομέας μετά το 1974 –το γνωρίζω από πρώτο χέρι ως τέως Υπουργός Εξωτερικών– που το Τμήμα Αρχαιοτήτων δραστηριοποιείται με επιτυχία για επιστροφή στην Κύπρο αντικειμένων που έτυχαν παράνομης διακίνησης.
Κυρίες και κύριοι,
Η αποψινή εκδήλωση εντάσσεται και στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 90 χρόνια του Τμήματος Αρχαιοτήτων, αλλά είναι και μια υπενθύμιση της ευθύνης που όλοι έχουμε απέναντι στην αρχαιολογική μας κληρονομιά. Είναι μια ευκαιρία να τιμήσουμε το έργο των ανθρώπων που υπηρέτησαν και υπηρετούν το Τμήμα Αρχαιοτήτων, και γενικότερα τον αρχαιολογικό πλούτο της χώρας μας, πάντα με αφοσίωση και επιστημονική αρτιότητα. Την ίδια στιγμή, είναι και μια ευκαιρία, για να ανανεώσουμε τη βούλησή μας για τη διαφύλαξη και την ανάδειξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς που είναι άμεσα συνυφασμένη και με την ιστορική μνήμη της Κύπρου για τις επόμενες μας γενιές.
Ένας από τους βασικούς λόγους, για τους οποίους το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει επιτύχει όλα αυτά τα χρόνια στη διατήρηση της πλούσιας αρχαιολογικής μας κληρονομιάς της Κύπρου, είναι οι άριστες συνεργασίες που ανέπτυξε όλα αυτά τα χρόνια με ιδρύματα και άτομα, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας από τις αρχές του 20ού αιώνα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση των γνώσεών μας για την αρχαία Κύπρο και στη διεθνή προβολή της, μέσω της επιστημονικής έρευνας και δημοσίευσης. Στο ίδιο πλαίσιο, τα εκπαιδευτικά προγράμματα πεδίου, που οργανώθηκαν από πανεπιστήμια, παρείχαν το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για τη διεξαγωγή των ετήσιων ανασκαφών, την τεκμηρίωση των ευρημάτων και τη δημοσίευσή τους. Παράλληλα, λειτούργησαν ως σχολεία εκπαίδευσης για μελλοντικούς αρχαιολόγους, καλλιεργώντας στους φοιτητές εκτίμηση για την κυπριακή αρχαιολογία, αλλά και αγάπη για την πατρίδα μας.
Στη βάση αυτής της συλλογιστικής, η Επιτροπή που ορίστηκε για το Βραβείο για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου αποφάσισε ομόφωνα ότι οι τιμώμενοι του φετινού βραβείου είναι δύο εξέχοντες συνεργάτες του Τμήματος Αρχαιοτήτων από τη Γαλλία, με μακροχρόνια σχέση με την Κύπρο που ξεπερνά τα 50 χρόνια: ο Alain Le Brunκαι η Odile Daune-Le Brun.
Τόσο ο Alain όσο και η Odile ξεκίνησαν τις ανασκαφές τους στην Κύπρο το 1970 στον νεολιθικό οικισμό Κάστρος στην Καρπασία, οι οποίες, όμως, δυστυχώς, διακόπηκαν το 1974 λόγω της τουρκικής εισβολής. Το 1977 άρχισαν ανασκαφές στον νεολιθικό οικισμό της Χοιροκοιτίας στην Eπαρχία Λάρνακας, τις οποίες συνέχισαν επί τρεις δεκαετίες, φέρνοντας στο φως μοναδικά ευρήματα και ανακαλύψεις που μας προσέφεραν νέες και ουσιαστικές γνώσεις για τον τρόπο ζωής των αρχαίων Κυπρίων. Όπως είναι γνωστό, ο αρχαιολογικός χώρος της Χοιροκοιτίας συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους επισκέψιμους χώρους στην πατρίδα μας ενώ την ίδια στιγμη περιλαμβάνεται, και είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό, στον Kατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ακριβώς χάρη στις συνέργειες των ανασκαφέων με το Τμήμα Αρχαιοτήτων.
Με ιδιαίτερη χαρά, λοιπόν, ανακοινώνω ότι το Βραβείο για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου για το 2026 απονέμεται σε δύο προσωπικότητες που οφείλουμε πολλά ως λαός και ως Κυπριακή Δημοκρατία, στον Alain Le Brun και την Odile Daune-Le Brun, και είναι αν θέλετε και ελάχιστη ένδειξη της ευγνωμοσύνης μας για τη μακρόχρονη και πολύτιμη προσφορά τους στον τόπο μας. Η αποψινή βράβευση υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, την πολύ στενή και διαχρονική σχέση της Κύπρου με τη Γαλλία, μια χώρα που στήριξε και προώθησε την πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου επί πολλές δεκαετίες και είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο που στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσαμε ότι μια σημαντική έκθεση θα γίνει στο Παρίσι.
Η κα Μαρία Ιακώβου προηγουμένως ανέφερε ότι οι δύο σημερινοί
τιμώμενοι είναι οι πρώτοι μη Κύπριοι που παραλαμβάνουν αυτό το τιμητικό
βραβείο, και βλέποντας την προσφορά τους θέλω να ανακοινώσω ότι θα
εισηγηθώ στο Υπουργικό Συμβούλιο να λάβουν την υπηκοότητα της Κυπριακής
Δημοκρατίας.»
