29/8/18

Ομιλία του Προέδρου της Βουλής κ. Δημήτρη Συλλούρη σε εκδήλωση του Πολιτιστικού Συνδέσμου «Η Άσσια»

Ομιλία του Προέδρου της Βουλής κ. Δημήτρη Συλλούρη σε εκδήλωση του Πολιτιστικού Συνδέσμου «Η Άσσια»

Πιστοί στο κάλεσμα της ιστορικής μας οφειλής και του εθνικού χρέους συγκεντρωθήκαμε, για άλλη μια φορά, για να αποτίσουμε φόρο τιμής στους πεσόντες και αγνοουμένους της τουρκικής εισβολής του 1974, σε μια σεμνή εκδήλωση μνήμης που διοργανώνει ο Πολιτιστικός Σύνδεσμος «Η Άσσια».
Τιμούμε σήμερα ειδικότερα τους πεσόντες και αγνοούμενους συμπατριώτες μας της κοινότητας  Άσσιας. Μιας κοινότητας που έζησε όλη τη βιαιότητα και βαρβαρότητα του Τούρκου εισβολέα και στην οποία γράφτηκε μία από τις πιο μελανές σελίδες της κυπριακής τραγωδίας.
14 Αυγούστου του έτους 1974. Όταν σπάζει ο κλοιός της Μιας Μηλιάς, ο βρυχηθμός των αρμάτων από την Ανατολία σκεπάζει τις κραυγές και τα κλάματα.  Απλώνεται σ’ όλο τον κάμπο της Μεσαριάς. Οι Τούρκοι μπήκαν στην Άσσια. Θα την κουρσέψουν απ’ άκρου σ’ άκρη. Λες και τη ζήλεψε ο Χάροντας για την προκοπή της. Η ζωή των Ασσιωτών κόπηκε στα δύο. Η Άσσια θα πληρώσει βαρύ τίμημα, το βαρύτερο. Ογδόντα τέσσερις άνθρωποι, αθώοι, αγνοί και αμόλυντοι, να φεύγουν μ’ ένα μεγάλο γιατί, άκλαυτοι κι άταφοι.
Εκεί, στην καρδιά της Μεσαορίας, στη γενέθλια γη του Αγίου Σπυρίδωνα, του Γεώργιου Τσικουρή, του Μιχαήλ Κκάσιαλου σημειώθηκαν, το 1974, ασύλληπτες θηριωδίες, λεηλασίες, βασανισμοί, αιχμαλωσίες, βιασμοί, ομαδικές δολοφονίες στρατιωτών, αλλά και αμάχων. Οι Τούρκοι επέδειξαν το σκληρότερο πρόσωπό τους και την πιο σκαιά τους πλευρά.
Εκεί, μετά τη δεύτερη εισβολή της 14ης Αυγούστου, χίλιοι περίπου άνθρωποι, ανάμεσά τους μη στρατεύσιμοι πολίτες και γυναικόπαιδα, έμειναν εγκλωβισμένοι στο χωριό και έζησαν στα χέρια των Τούρκων στρατιωτών, για διάστημα δύο εβδομάδων, στιγμές βίας, φρίκης, τρόμου και απάνθρωπου εξευτελισμού.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η Άσσια κατατάσσεται δεύτερη στον κατάλογο με τους περισσότερους αγνοουμένους, μετρώντας 84 συνολικά, από τους οποίους η πλειοψηφία ήταν μη στρατεύσιμοι πολίτες, ενώ κατέχει τη θλιβερή πρωτιά ως τόπος εξαφάνισης προσώπων. Εκεί χάθηκαν τα ίχνη 105 ανθρώπων.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στο αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράχθηκε στο γειτονικό Ορνίθι, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου εναντίον άμαχων πολιτών που διέπραξε ο τουρκικός στρατός στην Κύπρο το 1974. Στο Ορνίθι ο κατοχικός στρατός δολοφόνησε εν ψυχρώ και έθαψε σε δύο ομαδικούς τάφους 70 άμαχους πολίτες, οι οποίοι είχαν αρχικά συλληφθεί στην Άσσια. Μαρτυρίες μάλιστα αποκαλύπτουν ότι αρκετούς από αυτούς οι Τούρκοι τούς έριξαν σε πηγάδια, ενώ ήταν ακόμη ζωντανοί.
Η κτηνωδία στο Ορνίθι όμως δεν τελειώνει εδώ. Ευρήματα της αρχαιολογικής και ανθρωπολογικής έρευνας που πραγματοποίησε η ΔΕΑ στους δύο αυτούς ομαδικούς τάφους, μεταξύ των ετών 2009-2010, έφεραν στο φως ένα δεύτερο έγκλημα πολέμου των Τούρκων. Συγκεκριμένα, διαφάνηκε ότι οι κατοχικές αρχές προέβησαν μεταγενέστερα σε εκταφή και μετακίνηση οστών, σε μια προσπάθεια να εξαφανίσουν κάθε στοιχείο και τεκμήριο του στυγερού τους εγκλήματος.
Όλα τούτα μας θυμίζουν και υπογραμμίζουν αδιάψευστα, για άλλη μια φορά, ποια πραγματικά είναι η Τουρκία, ενώ δικαιολογημένα προκαλούν το αίσθημα της αδικίας, αλλά και της οργής ανάμεσα στον δοκιμαζόμενο λαό μας.
Αξίζει να αναφερθεί ότι το δεύτερο αυτό ειδεχθές έγκλημα, καθώς και τη βεβήλωση των οστών των αγνοουμένων μας καταδίκασε με σχετικό ψήφισμά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Φεβρουαρίου 2015. Η υπόθεση εξετάστηκε ως κατεπείγουσα περίπτωση καταπάτησης ανθρώπινων δικαιωμάτων, με ειδική αναφορά στο απαραβίαστο ανθρώπινο δικαίωμα για σεβασμό προς το σώμα των νεκρών, καθώς και στο δικαίωμα των συγγενών να γνωρίζουν πού έχουν ταφεί οι οικείοι τους.
Κυρίες και κύριοι,
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1974, αποδίδοντας τις δέουσες τιμές στους νεκρούς και τους αγνοουμένους μας, καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε το δικό μας χρέος ως η ιστορική τους συνέχεια, ως η σημερινή κοινωνία, ως Έλληνες αυτού του τόπου.
Έχουμε απέναντί μας μια Τουρκία η οποία συνεχίζει να συμπεριφέρεται και να λειτουργεί εγκληματικά, παραβιάζοντας τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και αψηφώντας κάθε παραίνεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επίδειξη διαλλακτικότερης στάσης. Μια Τουρκία η οποία είναι προσκολλημένη στα διαχρονικά επεκτατικά και σκοτεινά της σχέδια, παραμένοντας άτεγκτη στις θέσεις της, ενώ το μόνο που επιχειρεί συστηματικά είναι να καταχραστεί και να οικειοποιηθεί όσα περισσότερα μπορεί, καταπατώντας τα δικαιώματα των Κυπρίων πολιτών και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι πραγματικά αδύνατο τα λόγια να χωρέσουν και να εκφράσουν το αίσθημα πικρίας και αδικίας που βιώνει για τέσσερις και πλέον δεκαετίες ο κυπριακός λαός. Και είναι τραγελαφικό να διαπραγματευόμαστε για πράγματα που παράνομα και βίαια μας έχουν αφαιρεθεί και που αποτελούν κεκτημένα μας. Και είναι ακόμα πιο τραγελαφικό και προσβάλλει τη νοημοσύνη μας να έχουμε φτάσει μέχρι του σημείου να συζητούμε για περαιτέρω παραχωρήσεις στην Τουρκία. Αντί δηλαδή να συζητούμε επιστροφή των σπιτιών και των περιουσιών στους νόμιμους δικαιούχους, συζητούμε παραχώρηση περισσότερων δικαιωμάτων στην Τουρκία -η οποία το απαιτεί προκλητικά- και δυστυχώς η διεθνής κοινότητα φαίνεται να αποδέχεται αυτό τον παραλογισμό, να δώσουμε δηλαδή εμείς στην Τουρκία τις θάλασσες και το φυσικό μας αέριο.
Κυρίες και κύριοι,
Η δικαιοσύνη και η νομιμότητα αποτελούν αρχές απαράβατες για κάθε άνθρωπο και κάθε συντεταγμένη πολιτεία. Η Τουρκία έχει ξεπεράσει με τον πιο προκλητικό τρόπο κάθε όριο αυτών των αρχών, υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας, αλλά και την εθνική και κρατική μας υπόσταση.
Πέραν τούτων όμως και όποια και αν είναι τα δεδομένα που έχουμε ενώπιόν μας, εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στα πιστεύω και τις αρχές μας, διεκδικώντας την αποκατάσταση του δικαίου και της τάξης στο νησί μας. Κοινός στόχος όλων μας, μακριά από συμφέροντα και μικροπολιτικές σκοπιμότητες, πρέπει να είναι η επίτευξη μιας δίκαιης και λειτουργικής λύσης του εθνικού μας προβλήματος. Μιας λύσης, η οποία θα θέτει τέρμα στη μακρόχρονη και παράνομη κατοχή των κυπριακών εδαφών από την Τουρκία και θα εδράζεται στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις αρχές της δημοκρατίας