14/11/17

Απάντηση σε δημοσίευμα με τίτλο «Για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας: Δήλωση τεσσάρων λογοτεχνών»

Απάντηση σε δημοσίευμα με τίτλο «Για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας: Δήλωση τεσσάρων λογοτεχνών»
Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο στις 4/11/2017, με τίτλο «Για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας: Δήλωση τεσσάρων λογοτεχνών» και το οποίο υπογράφεται από ομάδα συγγραφέων, εξαπολύεται επίθεση κατά του θεσμού των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, με ισχυρισμούς ότι πρόκειται για θεσμό «σαθρό» και «άκυρο», ο οποίος «έχει οδηγηθεί στην ασυδοσία και την παρακμή», «εξυπηρετεί προσωπικά και εξωθεσμικά παρά δημόσια και πνευματικά συμφέροντα και εμπεδώνει ηγεμονίες» και «έχει παύσει πλέον να εξυπηρετεί το σκεπτικό δημιουργίας και ύπαρξής του». Παράλληλα, εξαγγέλλεται η αποχή αυτών που υπογράφουν το δημοσίευμα από τον διαγωνισμό στο μέλλον.

Το δημοσίευμα χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη επιχειρηματολογίας, αφού οι ισχυρισμοί του είναι αόριστοι. Περαιτέρω, οι συντάκτες του κειμένου δεν παρουσιάζουν επιχειρήματα εναντίον του Κανονισμού των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, ο οποίος αποτελεί το θεσμικό υπόβαθρο του θεσμού. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι υπογράφοντες το εν λόγω κείμενο δεν τεκμηριώνουν τις προθέσεις τους να συμβάλουν στη μελλοντική «εξυγίανση» τού, κατά τη γνώμη τους, νοσούντος θεσμού, αφού δεν καταθέτουν κάποιες συγκεκριμένες εισηγήσεις.

Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού επιθυμούν να επισημάνουν ότι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας είναι ένας θεσμός που λειτουργεί από το 1968 και έκτοτε έχει επικαιροποιηθεί και εκσυγχρονιστεί αρκετές φορές, όποτε αυτό κρίθηκε σκόπιμο και πάντα μετά από διάλογο με τους ενδιαφερομένους. Το 2008 ξεκίνησε η πιο πρόσφατη σειρά τροποποιήσεων και βελτιώσεων του Κανονισμού, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, στην περαιτέρω βελτίωση της διαφάνειας των διαδικασιών, στη σύνθεση των επιτροπών, στις κατηγορίες των βραβείων, στις προϋποθέσεις υποψηφιότητας και τον έλεγχό τους και σε πολλά άλλα θέματα.

Είναι γεγονός ότι σε κάθε διαγωνισμό, περιλαμβανομένων και των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, υπεισέρχεται μοιραία το στοιχείο της υποκειμενικότητας της γνώμης της κριτικής επιτροπής. Η υποκειμενικότητα αυτής της γνώμης, όμως, μπορεί να ελεγχθεί, αφού τα μέλη της επιτροπής είναι υποχρεωμένα να διατυπώσουν δημόσια τη γνώμη τους και να θέσουν την ορθότητα και εγκυρότητά της στην κρίση του κοινού (και ασφαλώς και των ίδιων των συγγραφέων που διαγωνίζονται). Η κριτική επιτροπή αποτελείται από ανεξάρτητες προσωπικότητες που επιλέγονται με βάση την πορεία και την προσφορά τους στον χώρο της λογοτεχνίας. Εάν κάποιοι διαγωνιζόμενοι, για τους δικούς τους λόγους, δεν αναγνωρίζουν τους κριτές ως αρμόδιους να αξιολογήσουν τα έργα τους, τότε μπορούν να απόσχουν από τον διαγωνισμό. Πιο πειστική, βέβαια, σε σχέση με την ειλικρίνεια των προθέσεών τους θα ήταν η ανακοίνωση της αποχής από τον διαγωνισμό των υπογραφόντων το δημοσίευμα πριν από τη διεξαγωγή του και όχι μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του. Οι αυθαίρετοι χαρακτηρισμοί και η προσπάθεια υπονόμευσης του κύρους της κριτικής επιτροπής δημιουργούν ένα θλιβερό πνευματικό σκηνικό, χωρίς να συμβάλλουν στο ελάχιστο στην ανάπτυξη υγιούς διαλόγου, δεν υποβοηθούν τον ίδιο τον θεσμό, ούτε τιμούν την ίδια την πνευματική ζωή του τόπου.

Ο Κανονισμός και οι διαδικασίες του θεσμού των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας είναι στη διάθεση του κάθε ενδιαφερομένου, ο οποίος μπορεί να τον μελετήσει για να αντλήσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες δεν πρόκειται να επανέλθουν για τέτοιου είδους ατεκμηρίωτα δημοσιεύματα.