29/2/16

Δηλώσεις Υπουργού Οικονομικών στο Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ

Δηλώσεις Υπουργού Οικονομικών στο Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ


Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Χάρης Γεωργιάδης προέβη σήμερα σε δηλώσεις στην εκπομπή «Πρωινό Δρομολόγιο», του Τρίτου Προγράμματος του ΡΙΚ, σχετικά με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για μείωση της στρατιωτικής θητείας, την ολοκλήρωση του κυπριακού προγράμματος για την οικονομία, το ζήτημα της CYTA και την αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων.

Συγκεκριμένα, απαντώντας σε ερώτηση για τα κονδύλια που θα χρειαστούν για την εφαρμογή της απόφασης για μείωση της θητείας και την πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών, ο κ. Γεωργιάδης είπε: «Όλοι πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η άμυνα έχει κόστος και μάλιστα σημαντικό κόστος και το αναφέρω αυτό και σε συνάρτηση με τον δικαιολογημένο, σε κάποιο βαθμό, προβληματισμό για το κόστος της λύσης. Να έχουμε δηλαδή υπόψη ότι και η μη λύση και η ανάγκη διατήρησης ενός αξιόπιστου στρατεύματος, έχει κόστος. Από την άλλη η εντύπωση ότι μια Εθνική Φρουρά (Ε.Φ.) θα βασιζόταν, όπως βασίζεται μέχρι σήμερα, σε μια μακρά υποχρεωτική θητεία στράτευσης των δεκαοχτάχρονων, ότι αυτή η Ε.Φ. κοστίζει λιγότερο από ένα μικρότερο και πιο καλά οργανωμένο επαγγελματικά στελεχωμένο στρατό είναι λανθασμένη.

Υπάρχει μια άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση, επειδή ασφαλώς οι επαγγελματίες πολίτες θα παίρνουν μισθό μεγαλύτερο από τον συμβολικό ουσιαστικό μισθό που παίρνουν οι στρατεύσιμοι, αλλά από την άλλη ο άλλος δεν πρέπει μόνο να βλέπει τα στενά δημοσιονομικά κριτήρια, τις επιπτώσεις, αλλά και το γενικότερο οικονομικό όφελος. Μια θητεία δύο χρόνων για όλο τον ανδρικό πληθυσμό έχει ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις, μια εφεδρεία στην έκταση, την οποία είχαμε μέχρι σήμερα, επίσης έχει επίπτωση στην εθνική παραγωγή. Δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο τα στενά δημοσιονομικά, αλλά και τα ευρύτερα οικονομικά κριτήρια.

Να έχουμε υπόψη, επίσης, όχι μόνο το ύψος της δαπάνης αλλά και την ποιότητα των δαπανών. Θα πληρώσουμε σε ένα άμεσο στάδιο περισσότερα, αλλά η δαπάνη, η επένδυση του φορολογούμενου στην άμυνα θα είναι ποιοτικά καλύτερη, γιατί αντί η στελέχωσή σου να αλλάζει κάθε 24 μήνες που θα φύγει μια σειρά, μια ΕΣΣΟ, για να έρθει μια άλλη ΕΣΣΟ των 18χρονων θα έχεις ουσιαστικά ένα ημιεπαγγελματικό στρατό και αυτό θα βελτιώσει την εκπαίδευση και τη συντήρηση.

Τέλος, να έχουμε υπόψη, ή να ανοίγουμε τα μάτια μας, και αυτό ισχύει και στην περίπτωση της άμυνας –όπως ισχύει και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις- και να βλέπουμε τι συμβαίνει σε όλα τα σύγχρονα κράτη. Διαφορετικά ήταν τα δεδομένα των παλαιότερων εποχών σε σχέση με την οργάνωση ενόπλων δυνάμεων, εντελώς διαφορετικά όμως είναι σήμερα με την πρόοδο της τεχνολογίας και την ανάγκη στελέχωσης όχι με 18χρονους που υποχρεωτικά υπηρετούν θητεία, που έχουν κι αυτοί το κόστος τους, χωρίς να είναι η ποιοτική συμβολή η ίδια με ένα στράτευμα, το οποίο θα είναι πιο κοντά στα πρότυπα των ίδιων σύγχρονων ενόπλων δυνάμεων που υπάρχουν και στην υπόλοιπη Ευρώπη».

Αναφορικά με τις επικρίσεις ότι σε άλλους, για παράδειγμα τους αστυνομικούς   που επίσης είναι ένα ζήτημα μείζον για την ασφάλεια, δεν έχουμε χρήματα να δώσουμε, ο Υπουργός Οικονομικών ανάφερε: «Δεν βλέπω ποια είναι η επίκριση. Ποια είναι η λανθασμένη πρακτική; Αυτή είναι η δουλειά μιας Κυβέρνησης που λειτουργεί σωστά: Να ιεραρχεί ανάγκες και έχω πει πολλές φορές ότι ανάγκες υπάρχουν πολλές, πλείστες αιτιολογημένες, δικαιολογημένες. Οι πόροι και οι δυνατότητες είναι καθορισμένες και αυτός είναι και ο ειδικός ρόλος του Υπουργείου Οικονομικών, να προβαίνει σε ιεράρχηση και να εισηγείται προς την Κυβέρνηση συνολικά ότι, ναι, αυτό μπορούμε να το ικανοποιήσουμε, ενώ το άλλο για την ώρα, όχι. Συνεπώς, στο πλαίσιο της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων, αλλά και των οικονομικών δυνατοτήτων αυτή η σημαντική μεταρρύθμιση έχει υλοποιηθεί.

Επίσης, να σας πω ότι, σε συνεννόηση με τον Υπουργό Άμυνας, όταν τον περασμένο Δεκέμβριο παρουσίαζα τον κρατικό προϋπολογισμό στην Ολομέλεια της Βουλής, είχα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πει ότι στο επόμενο διάστημα θα υλοποιηθεί αυτή η γνωστή δέσμευση για μείωση της θητείας και αναδιοργάνωση της Ε.Φ.. Συνεπώς, δεν ήταν και δεν θα έπρεπε να ήταν, έκπληξη όπως γράφτηκε, αφού με τον πιο επίσημο τρόπο είχαμε ενημερώσει   και εγώ ο ίδιος από την σκοπιά του Υπουργείου Οικονομικών, όταν παρουσίαζα τον προϋπολογισμό, ότι προχωράμε προς υλοποίηση αυτής της σημαντικότατης μεταρρύθμισης».
   
Κληθείς να απαντήσει αν οι εξελίξεις στο Κυπριακό ενόψει των συνομιλιών θα μπορούσαν να αποτελέσουν για ορισμένους κεραυνός εν αιθρία είπε: «Εγώ θεωρώ ότι ούτε οι οικονομικές επιφυλάξεις πρέπει να υπάρχουν επειδή έχω εξηγήσει ότι το άμεσο βραχυπρόθεσμο οικονομικό κόστος το έχουμε υπολογίσει και είναι εντός των ορίων. Έμμεσα θα προκύψει πιθανόν και όφελος από τη μείωση της θητείας στον έναν χρόνο και τον περιορισμό της εφεδρείας. Θα αυξηθεί η δυνατότητα της επιχειρησιακής της Ε.Φ., αλλά και στην πολιτική διάσταση είναι καλά γνωστό και έχει λεχθεί ότι, με την επιφύλαξη μιας κατάληξης μιας θητείας, μια μικρή επαγγελματική δύναμη ενδεχομένως να υπάρχει και μετά τη λύση και επανένωση της πατρίδας μας, επειδή ακριβώς το κράτος μας, ως κράτος ευρωπαϊκό, έχει και ρόλο υποχρεωτικό και υποχρεώσεις, τις οποίες πρέπει να επιτελέσει. Συνεπώς η μείωση της θητείας και η αναδιοργάνωση της Ε.Φ., από την μια, δεν μας διασφαλίζει ενόσω η τουρκική κατοχή παραμένει, ενώ δεν είναι ένα βήμα το οποίο να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ενδεχόμενο που όλοι επιδιώκουμε, της επίλυσης του Κυπριακού, η οποία εξάλλου θα μας επιτρέψει όχι στους 14 μήνες, αλλά πλήρως να καταργήσουμε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των νέων μας».

Ερωτηθείς για   την επίκριση ότι είναι χαμηλός ο ακάθαρτος μισθός των 1.100 ευρώ που θα δίνεται στους οπλίτες ο κ. Γεωργιάδης είπε: « Το γεγονός ότι ως   επαγγελματίες οπλίτες θα επιλέξουν ή θα προσπαθήσουν να επιλεγούν άνεργοι νέοι μας δεν είναι και άσχημο. Άστε που ο μέσος μισθός στην Κύπρο είναι 1.700 ευρώ. Είναι κάτω από τον μέσο μισθό, άμα συγκρίνεις όμοια πράγματα. Άλλος ο μισθός του συνταγματάρχη και του ταξίαρχου κι άλλος ο μισθός ενός νέου που θα υπηρετήσει για κάποιο διάστημα ως επαγγελματίας οπλίτης».

Αναφορικά με το τι αναμένουμε τις επόμενες ημέρες με την έξοδό μας από το Μνημόνιο, ο κ. Υπουργός υπογράμμισε: «Έχουμε φτάσει στο τέλος. Την ερχόμενη Πέμπτη για αυτόν τον σκοπό, για μια λεπτομερή συζήτηση θα είναι στην Κύπρο ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιος για θέματα Ευρωζώνης, κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις, για να προβούμε σε μια συνολική αποτίμηση της εφαρμογής του τριετούς προγράμματος. Την ερχόμενη Δευτέρα, σε μια εβδομάδα από σήμερα, είναι προγραμματισμένο το Eurogroup του Μάρτη, εις το οποίο θα υπάρξει και επίσημα η κατάληξη. Ως Υπουργοί Οικονομικών ετοιμαζόμαστε για μια λεπτομερή παρουσίαση και του τι έχουμε πράξει και της μακράς λίστας των μεταρρυθμίσεων και των αλλαγών. Θα γίνει δηλαδή αναφορά και στις επιδόσεις και τα αποτελέσματα επίσης.

Θέλουμε μέσα από την ολοκλήρωση του προγράμματος να στείλουμε και εκτός Κύπρου το μήνυμα που και στο εσωτερικό με κάθε ευκαιρία δίνουμε ότι είμαστε σε ένα καθοριστικό ορόσημο. Έχουμε ως οικονομία ξανασταθεί στα πόδια μας. Δεν έχουμε όμως απαλλαγεί από τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, για αυτό πρέπει με την ίδια σοβαρότητα, με την ίδια ένταση να συνεχίσουμε την προσπάθεια. Αυτό θα είναι, θεωρώ, το βασικό μήνυμα που μέσα στις επόμενες ημέρες, ολοκληρώνοντας και τυπικά το κυπριακό πρόγραμμα, θα πρέπει να τονιστεί».

Κληθείς να σχολιάσει το ανοικτό θέμα της CYTA και αν θεωρεί ότι είναι λήξαν το ζήτημα μετά τις τοποθετήσεις των κομμάτων για το γνωστό νομοσχέδιο μετατροπής της CYTA σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου με αποκλειστικό μέτοχο σε πρώτη φάση το κράτος, ο κ. Γεωργιάδης είπε: «Όχι, για την Κυβέρνηση το θέμα αυτό δεν έκλεισε και δεν θα κλείσει και θέλω να είμαι ξεκάθαρος σε αυτό. Ακόμη κι αν το προτεινόμενο νομοσχέδιο, το οποίο είναι δυστυχώς το ένα τελευταίο προαπαιτούμενο που δεν έχουμε εκπληρώσει, αλλά ασχέτως αυτού ακόμη κι αν καθυστερήσει, ακόμη κι αν πάμε μετά τις εκλογές, ακόμη κι αν υπάρξει διαφωνία επ’ αυτής της πρότασης, για την Κυβέρνηση το ζήτημα παραμένει ανοικτό και σημαντικό και θα είναι συνεχώς στην ημερήσια διάταξη».

Κληθείς να εξηγήσει πώς θα παραμείνει ανοικτό σε περίπτωση που το απορρίψει η Βουλή: «Θα σεβαστούμε την απόφαση και θα επανέλθουμε με νέα πρόταση. Δεν θεωρούμε ότι μπορεί η CYTA να πορευθεί και να συνεχίσει να επιτελεί ένα σημαντικό ρόλο με το ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον που σχετίζεται με την πρόοδο της τεχνολογίας, με τη μεταβολή των δεδομένων σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Δεν θεωρούμε πως μπορεί να συνεχίσει και να λειτουργεί ως προέκταση της δημόσιας υπηρεσίας. Συνεπώς, θα συνεχίσουμε να εξετάζουμε, να προωθούμε και να σπρώχνουμε, μια ουσιαστική μεταρρύθμιση προς αυτή την κατεύθυνση».  

Σε ερώτηση ποια θα είναι η ειδοποιός διαφορά στη νέα πρόταση είπε: «Μην με ρωτάτε ποιες είναι οι αλλαγές από τη στιγμή που η πρότασή μας είναι εκεί και δεν έχει ασφαλώς κλείσει. Έχουμε πρόταση, θεωρούμε ότι η πρότασή μας είναι σωστή, λελογισμένη, μελετημένη, ετοιμάστηκε με τη συμβολή ξένων εμπειρογνωμόνων, προσφέρει επιλογές, είναι εκεί η πρόταση. Αλλά απαντώντας στο ερώτημά σας έδωσα ξεκάθαρη απάντηση, η οποία σχετίζεται και με τη ξεκάθαρη δέσμευσή μας, η οποία είναι πρώτα και κύρια δέσμευση προς τους συμπολίτες μας και είναι και δευτερευόντως μήνυμα προς όσους μας παρακολουθούν από το εξωτερικό τους ξένους επενδυτές, ότι δηλαδή τέτοιες μεταρρυθμίσεις, τέτοιες αλλαγές τις οποίες έχουμε ανάγκη, ασχέτως ολοκλήρωσης του μνημονιακού προγράμματος θα συνεχίσουμε να τις προωθούμε».

Ο Υπουργός Οικονομικών πρόσθεσε ότι σημαντική είναι ακόμα η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας. «Θα προσθέσουμε και ετοιμάζουμε ήδη κι άλλα μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια πέραν των επτά, των οποίων   είναι ήδη εδώ και κάποιον καιρό ενώπιον της Βουλής. Συνεπώς, με πολύ συγκεκριμένο και χειροπιαστό τρόπο επιβεβαιώνεται αυτό που έχω πει, ότι δηλαδή καταγράφουμε μεν τη σημαντική βελτίωση της οικονομίας μας, το γεγονός ότι έχουμε εξασφαλίσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά αυτή τη δεύτερη ευκαιρία θα τη διαχειριστούμε υπεύθυνα, συνεχίζοντας τη δύσκολη, φιλόδοξη, αλλά σωστή μεταρρυθμιστική μεταβολή που ήδη φέρνει αποτελέσματα», σημείωσε.

Στο θέμα της αυτονόμησης των νοσοκομείων, ο κ. Γεωργιάδης τόνισε: «Αν θέλουμε ΓεΣΥ πρέπει να προχωρήσουμε. Αυτό είναι το σημαντικό. Και πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν. Αυτό το ζήτημα είναι μια υποκρισία. Κάποιος να τάσσεται υπέρ του ΓεΣΥ, αλλά να εναντιώνεται, να παρεμποδίζει και να μην προσφέρει τη στήριξή του στην ουσιαστική, διοικητική και οικονομική αυτονόμηση των νοσοκομείων μας, αλλά και τα προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζουν τα νοσοκομεία μας ασχέτως ΓεΣΥ που είναι ο τελικός στόχος μπορούν να αντιμετωπιστούν με τρόπο δραστικό μόνο μέσα από την αυτονόμηση».

Κληθείς να απαντήσει ποιοί παρεμποδίζουν την αυτονόμηση και αν είναι από κομματικής πλευράς, είπε χαρακτηριστικά: «Την αυτονόμηση δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι με τρόπο χειροπιαστό και έμπρακτο την υποστηρίζουν και από κομματικής και από συνδικαλιστικής πλευράς και εδώ είναι που θα κριθούμε. Να λέμε γενικά και αόριστα ότι θέλουμε ΓεΣΥ αλλά να μην τολμήσουμε να αγγίξουμε καταστάσεις κατεστημένες που παρεμποδίζουν τη σωστή λειτουργία των νοσοκομείων μας και παρεμποδίζουν την προώθηση ενός ΓεΣΥ, βεβαίως και δεν είναι πράξη υπεύθυνη και σας λέω και σας δίνω καθαρή απάντηση ότι είναι στους κορυφαίους στόχους της Κυβέρνησης για την επόμενη περίοδο, ένα επόμενο βήμα και έχετε δει ότι σιγά-σιγά και σταθερά όλες τις μεγάλες σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Συνεπώς, είναι στους κορυφαίους στόχους αυτή η σημαντική μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας   με την αυτονόμηση των δημοσίων νοσοκομείων».

Ερωτηθείς αν ο σχεδιασμός αφορά την φορολόγηση των πολιτών ανάφερε: «Δεν είναι σωστή η παρουσίαση της κατάστασης. Άλλο η αυτονόμηση, άλλο να λειτουργεί το νοσοκομείο με διοικητική και οικονομική αυτονομία και άλλο η εφαρμογή του ασφαλιστικού σχεδίου. Ποτέ δεν είχε ρύθμιση να δοθούν από τώρα κονδύλια για την αυτονόμηση και η συνεισφορά δεν είναι για να αυτονομηθούν. Δεν έχει κόστος η αυτονόμηση. Η αυτονόμηση με εξοικονομήσεις πιθανώς θα φέρει. Η συνεισφορά είναι έναντι της καθολικής ιατροφαρμακευτικής κάλυψης του πληθυσμού. Μέσα από την αυτονόμηση, δεν είναι κόστος που θα έχουμε, αλλά θα έχουμε αποδοτικότητα, καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών. Εξοικονομήσεις πιθανώς θα έχουμε, οι οποίες θα διοχετευτούν ασφαλώς πίσω στην υγεία. Δεν είναι για να κάνει ταμείο το κράτος που θέλουμε την αυτονόμηση, είναι για να μπορέσουμε να διαθέσουμε μέσα από τις εξοικονομήσεις την αποτελεσματικότητα, να επενδύσουμε ξανά πίσω στην υγεία, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα διαχρονικά προβλήματα που αφέθηκαν και δημιουργήθηκαν και δίνουν αυτή την κακή εικόνα που όλοι την γνωρίζουμε».

Τέλος σε ερώτηση αν πρέπει να αναμένουμε την αυτονόμηση των νοσοκομείων μετά τις εκλογές, ο κ. Υπουργός είπε: «Όπως έχουμε δείξει ως Κυβέρνηση, όπως λειτουργούμε σε όλα τα ζητήματα είτε της άμυνας, είτε της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, είτε των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της οικονομίας, όποτε είμαστε έτοιμοι, όποτε έχουμε κατάληξη, όποτε έχουμε ρυθμίσει όλα τα δεδομένα, θα πραγματοποιήσουμε το βήμα».