16/11/14

Ομιλία του Επίτροπου Προεδρίας κ. Φ. Φωτίου στην κηδεία του φονευθέντος από τους Τούρκους εισβολείς Παναγή Πάσκα

Ομιλία του Επίτροπου Προεδρίας κ. Φ. Φωτίου στην κηδεία
του φονευθέντος από τους Τούρκους εισβολείς Παναγή Πάσκα

Με αισθήματα βαθιάς συγκίνησης και δέους συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ στον ιερό ναό της Εκκλησίας της Παναγίας Καλαβασού για να απευθύνουμε το ύστατο χαίρε σε ένα ακόμη συμπατριώτη μας που έπεσε θύμα της τουρκικής βαρβαρότητας. Ο Παναγής Πάσκας ήταν το 1974 ηλικίας 54 χρόνων. Διέμεναν στην Άσσια, όπου ο Πάσκας εξασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη και του γεωργού. Τα τρία τους παιδιά, ο Παντελής, ο Ανδρέας και η Χρυστάλλα, ήταν τότε στη Βρετανία όπου είχαν ζήσει για κάποιο διάστημα προηγουμένως και οι γονείς τους.
Για τα χίλια περίπου πρόσωπα που είχαν παραμείνει στην Άσσια, μεταξύ της πρώτης και δεύτερης φάσης της Τουρκικής εισβολής, δεν υπήρχε κάτι που να προμήνυε το μεγάλο κακό που ερχόταν στο χωριό τους. Το σημείο των συγκρούσεων ήταν μακριά και θεωρούσαν πως η Άσσια ήταν ένα ασφαλές μέρος. Την ίδια αίσθηση είχαν δυστυχώς και πολλοί άλλοι συμπατριώτες μας που έπεσαν θύματα της πρωτοφανούς βαρβαρότητας του Αττίλα.
Όταν στις 14 Αυγούστου με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, τα τουρκικά στρατεύματα έσπασαν τη γραμμή Μιας Μηλιάς – Κλεπίνης - Παχυάμμου και άρχισαν με ταχύτητα να καταλαμβάνουν ένα προς ένα τα χωριά της Μεσαορίας, εισέβαλαν μαζί με Τουρκοκύπριους ενόπλους και στην Άσσια, όπου είχαν καταφύγει και αρκετοί κάτοικοι γειτονικών χωριών.
Στις 21 Αυγούστου, μια ομάδα Τούρκων ενόπλων έφθασε και στο σπίτι του Πάσκα τον οποίο και συνέλαβαν μαζί με τη σύζυγό του. Μαζί με άλλους που συνέλαβαν από διπλανά σπίτια, τους μετέφεραν στην πλατεία της ενορίας τους, όπου είχαν συγκεντρώσει όλους τους εγκλωβισθέντες της Άσσιας.
Εκεί στην πλατεία οι Τούρκοι στρατιώτες, μαζί με τους ένοπλους Τουρκοκύπριους που τους συνόδευαν, έδεσαν τα χέρια όλων των ανδρών που είχαν συλληφθεί και τους επιβίβασαν σε φορτηγά οχήματα, ενώ τα γυναικόπαιδα τα οδήγησαν στην κάτω ενορία του χωριού.
Τους άνδρες τους πήραν αρχικά στο Τουρκοκυπριακό χωριό Αγυιά, όπου τους άφησαν μέχρι το απόγευμα πάντα δεμένους, και στη συνέχεια τους μετέφεραν στο γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία.
Επικεφαλής εκεί ήταν ένας Τουρκοκύπριος αστυνόμος ο οποίος διέταξε 37 κρατούμενους, οι οποίοι ήταν ηλικίας κάτω των 50 ετών, να κατεβούν από τα φορτηγά και να εισέλθουν στο γκαράζ. Τους υπόλοιπους 70 που ήταν άνω των 50 ετών, μεταξύ των οποίων και ο Πάσκας, τους οδήγησαν με τα φορτηγά προς άγνωστο μέρος και έκτοτε κανένας τους δεν έδωσε σημεία ζωής.
Η αποτρόπαια συνέχεια έγινε γνωστή με αδιαμφισβήτητα στοιχεία και μαρτυρίες μετά από πολλά χρόνια. Οι εκταφές και οι ανθρωπολογικές εξετάσεις των λειψάνων που εντοπίστηκαν, όπως και η εξέταση των χώρων μαζί με τις εξετάσεις DNA, έριξαν άπλετο φως σε όσα ακολούθησαν.
Οι 70 συλληφθέντες άνδρες οδηγήθηκαν έξω από το χωριό Αφάνεια όπου οι αιμοσταγείς δολοφόνοι τους εκτελούσαν ανά τρεις καθώς ήταν δεμένοι πισθάγκωνα. Μετά έριχναν τα πτώματα σε δυο πηγάδια, στην τοποθεσία Ορνίθι. Τριάντα εφτά στο ένα πηγάδι και 33 στα άλλο.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η κατοχική δύναμη προσπάθησε να συγκαλύψει τη μαζική αυτή δολοφονία, επιχειρώντας να μεταφέρει κάπου αλλού τα λείψανα. Το έκαναν με εκσκαφείς, πιστεύοντας ότι μαζί με τα λείψανα θα εξαφάνιζαν και κάθε ίχνος της ενοχής τους. Στα βάθη όμως των πηγαδιών και στα πλαϊνά λαγούμια, εντοπίστηκαν τεμάχια λειψάνων που προσφέρουν αδιάσειστη μαρτυρία για την εν ψυχρώ εκτέλεση των 70 συλληφθέντων της Άσσιας. Αυτό καταδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία και από την εξέταση των λιγοστών λειψάνων του Παναγή Πάσκα που παραδόθηκαν στα παιδιά του για να ταφούν.
Είναι πιστεύω χρέος μας, όπως μαζί με τις προσευχές μας προς τον ´Υψιστο, «να αναπαύσει τη ψυχή του και να την κατατάξει εκεί που δεν υπάρχει πόνος ή λύπη ή στεναγμός, αλλά μόνο ζωή ατελείωτη», να αναλογιστούμε τις τραγικές ώρες του μαρτυρίου του Παναγή Πάσκα και των υπόλοιπων θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας και να χαλυβδώσουμε την αποφασιστικότητά μας να ανατρέψουμε τα δεδομένα της εισβολής.
Έτσι, θα έχουμε επιτελέσει αυτό που επιβάλλει η σημερινή μέρα:
-Να ενδυναμώσουμε την πίστη προς τα δίκαιά μας και μαζί τη θέλησή μας να μην ξεχάσουμε και να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για τον τερματισμό της κατοχής.
-Να αγωνιστούμε για να δικαιωθούν οι αγώνες τόσων και τόσων πεσόντων και μαρτύρων μας και να επικρατήσουν επιτέλους στο νησί μας συνθήκες ελευθερίας, δημοκρατίας και δικαιοσύνης.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι στο θέμα των αγνοουμένων έχει επιτευχθεί μια σημαντική πρόοδος αφού αναγνωρίστηκε η ταυτότητα αρκετών λειψάνων, 676 Ελληνοκυπρίων και 127 Τουρκοκυπρίων μέχρι στιγμής. Ωστόσο ο αριθμός των αδιερεύνητων περιπτώσεων εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερος.
Μετά από 40 χρόνια είναι καιρός η τουρκική πλευρά να πάρει επιτέλους τις αποφάσεις που είναι απαραίτητες ώστε να προωθηθεί η οριστική λύση του ανθρωπιστικού αυτού προβλήματος. Θα πρέπει να ανοίξουν για τις εκταφές όλες οι λεγόμενες στρατιωτικές ζώνες και μαζί τα αρχεία του τουρκικού στρατού. Η αλήθεια δεν μπορεί να αποκρυφθεί, όπως δείχνει και η περίπτωση των 70 συλληφθέντων της Άσσιας.
Το δικαίωμα των συγγενών για την εξακρίβωση της τύχης των αγαπημένων τους προσώπων και για όλη την αλήθεια της κάθε περίπτωσης χωριστά, είναι πλήρες και διεθνώς κατοχυρωμένο.
Αναμένουμε λοιπόν από την τουρκική πλευρά να επιδείξει την ίδια καλή θέληση όπως και η δική μας πλευρά, χωρίς η προσπάθεια της να είναι πώς και με ποιο τρόπο να εξυπηρετήσει σκοπιμότητες και να αποκρύψει ευθύνες, οι οποίες βασίζονται σε γεγονότα και αλήθειες που βοούν.
Οι ευθύνες της τουρκικής πλευράς στο θέμα των αγνοουμένων είναι τεράστιες, όπως τεράστιες είναι και για το γεγονός ότι η πατρίδα μας παραμένει διαιρεμένη, κατά παραβίαση του Χάρτη και των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, όπως και όλων των άλλων αρχών δικαίου.
Δυστυχώς, κατά το τελευταίο διάστημα έχει εκτραχυνθεί η αδιαλλαξία και η επιθετικότητα της Τουρκίας με τις προκλητικές και παράνομες επεμβάσεις της στην περιοχή της Αποκλειστικής Οικονομικής μας Ζώνης.
Οι επεμβάσεις αυτές, μαζί με το κλίμα των απειλών και των εκβιασμών, ανάγκασαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, με τη σύμφωνη γνώμη ολόκληρης της πολιτικής ηγεσίας, να αναστείλει τη συμμετοχή μας στις συνομιλίες, τονίζοντας ότι ο διάλογος μπορεί να επαναρχίσει μόνο εάν η Τουρκία τερματίσει τις παράνομες ενέργειές της στην Κυπριακή ΑΟΖ. Ουσιαστικά, είναι η Τουρκία που ευθύνεται για την διακοπή των συνομιλιών και σε αυτή θα πρέπει να στραφούν όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για την επίλυση του προβλήματος. Το θέμα δε των υδρογονανθράκων δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συζητηθεί στο τραπέζι των συνομιλιών. Αυτό έχει ξεκαθαριστεί προς κάθε πλευρά. Με εκβιασμούς και πιέσεις, όπως και με πολεμικούς παιάνες, δεν μπορούν να διεξαχθούν συνομιλίες, ούτε βέβαια να αναγνωριστούν τα οποιαδήποτε τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής, όπως αλαζονικά απαιτεί η Τουρκία δήθεν για να διαφυλάξει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Ο εθνικός μας πλούτος ανήκει στο κράτος και ασφαλώς μετά τη λύση μπορεί να αποτελέσει παράγοντα για ευημερία του συνόλου του κυπριακού λαού.
Όσες δυσκολίες και αν υπάρξουν είναι διακηρυγμένη η θέση μας πως θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για την επίτευξη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού προς όφελος και των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, φτάνει αυτό να είναι στόχος και επιθυμία και της άλλης πλευράς. Επιθυμούμε διακαώς την επανένωση της Κύπρου και την μετατροπή της σε τόπο ειρήνης, ασφάλειας, δημοκρατίας και ευημερίας για όλους τους κατοίκους της.
Να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να προχωρήσουμε ενωμένοι για επίτευξη των εθνικών μας στόχων. Να διεκδικήσουμε καλύτερες μέρες για τη μικρή μας πατρίδα που υπομένει στη σκιά και στον σκοταδισμό της Τουρκικής εισβολής.
Έτσι θα δικαιώσουμε και τη θυσία του Παναγή Πάσκα.
Αιωνία ας είναι η μνήμη του.