3/12/12

Χαιρετισμός της Υπουργού Εσωτερικών κας Ελένης Μαύρου στην ετήσια Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δήμων 03/12/2012


Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Κύριε Πρόεδρε και μέλη της Ένωσης Δήμων,

Κυρίες και κύριοι,

Η παρουσία μου στην ετήσια Γενική Συνέλευσή σας με χαροποιεί ιδιαίτερα, αφού Υπουργείο Εσωτερικών και Ένωση Δήμων είναι συνεργάτες για την επίτευξη κοινών στόχων, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η αναβάθμιση της ζωής του πολίτη.

Οι προσδοκίες πολλές, ιδιαίτερα στις μέρες μας. Πολλοί είναι εκείνοι που αναμένουν την πόλη να διαδραματίσει ξανά τον ρόλο της ατμομηχανής της παγκόσμιας ανθρώπινης δραστηριότητας όπως και στο παρελθόν.

Και όχι τυχαία. Η πόλη είναι σήμερα ο βασικότερος τόπος συνάθροισης πληθυσμών, ο κυριότερος χώρος συνεύρεσης πολιτισμών, ο σπουδαιότερος πόλος οικονομικής ανάπτυξης και το ισχυρότερο πεδίο κοινωνικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί το φυσικό σκηνικό των κοινωνικών και πολιτιστικών συναντήσεων, απ’ όπου γεννιούνται ταυτόχρονα προσδοκίες για μια καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και εντάσεις που μπορούν να είναι καταστροφικές.

Το στοίχημα της σύγχρονης πόλης, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι ακριβώς να προσφέρει συνθήκες κοινωνικής συνοχής, οικονομικής ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας, διοικητικής αυτοδυναμίας, πολιτιστικής συνεργασίας και ποιότητας ζωής. Οι προκλήσεις, λοιπόν, πολλές.

Ακριβώς λόγω των προκλήσεων με τις οποίες είμαστε αντιμέτωποι σήμερα, να μου επιτρέψετε να ξεφύγω από τη μορφή που παραδοσιακά έπαιρνε αυτή η παρέμβαση στη Γενική σας Συνέλευση για να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις με στόχο ένα ευρύτερο προβληματισμό.

Οι περικοπές των δημόσιων δαπανών, η έκταση και η διάρκειά τους, ως συνέπεια της πρωτόγνωρης κρίσης, αποτελούν καυτά ζητήματα τα οποία δεν άφησαν ανεπηρέαστες τις Τοπικές Αρχές. Θα πρέπει να πούμε, εντούτοις, ότι παρά τα πολλαπλά προβλήματα των τελευταίων χρόνων στο διεθνές, και ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό περιβάλλον, οι τοπικές αυτοδιοικήσεις παραμένουν ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες της πολιτικοκοινωνικής δομής των δημοκρατικών πολιτευμάτων.

Οι Τοπικές Αρχές, οι οποίες αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στους τοπικούς προϋπολογισμούς, έχουν, ασφαλώς, λιγότερα περιθώρια για συζητήσεις ιδεολογικού και μακροοικονομικού περιεχομένου και η βέλτιστη χρήση των περιορισμένων πόρων αποτελεί προφανώς μια διαρκή πρόκληση.

Η οικονομική ύφεση καθιστά την ανάγκη αναβάθμισης της αποτελεσματικότητας μέσω της ορθής διακυβέρνησης, της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας, ακόμη πιο επιτακτική. Σε αυτή την περίοδο απαιτείται η καλλιέργεια κουλτούρας μεγαλύτερης υπευθυνότητας, συνετής χρήσης πόρων και συνεργασίας με γείτονες και άλλους τοπικούς εταίρους. Προς αυτή την κατεύθυνση καταγράφεται η ήδη εκφρασθείσα βούληση για ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Δήμων, ιδιαίτερα στη λειτουργία βασικών υποδομών ή κοινών διοικητικών διαδικασιών, οι μειώσεις λειτουργικών δαπανών, η εξοικονόμηση πόρων και η δημιουργία συμπράξεων για την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων προκλήσεων.

Λόγω της οικονομικής κρίσης όλες οι ευρωπαϊκές χώρες εστίασαν περαιτέρω την προσοχή τους στην ανάγκη δημιουργίας οικονομιών κλίμακας και προχώρησαν στη λήψη μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση. Ανάμεσα στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται οι συμπράξεις μεταξύ των Δήμων οι οποίες, βεβαίως, παίρνουν διάφορες μορφές. Μια μορφή η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη είναι και η ένταξη του σχεδιασμού και της παροχής υπηρεσιών στα αστικά κέντρα, όπως δείχνει η μεγάλη αύξηση των γαλλικών «αστικών κοινοτήτων» και η δημιουργία ενός νέου διαδημοτικού επιπέδου, της Μητρόπολης. Στην παρούσα οικονομική συγκυρία η πλέον δημοφιλής μορφή είναι η χρήση από κοινού των επαγγελματικών πόρων και του εξοπλισμού που απαιτείται για διοικητικές ενέργειες όπως είσπραξη φόρων, πολεοδομικοί έλεγχοι, διαχείριση μισθοδοσίας, εσωτερικοί οικονομικοί έλεγχοι και τεχνολογία της πληροφορίας. Χρήσιμο εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση θα έλεγα ότι αποτελεί και η νέα Στρατηγική για την Καινοτομία και την Καλή Διακυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο, που ξεκίνησε το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην οποία προσβλέπουμε, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν υπάρχουν σε αυτήν θεσμικά όργανα που να διαθέτουν νομιμότητα, πολιτικές που να είναι αποτελεσματικές, πολίτες που να νιώθουν ότι συμμετέχουν και αγαστή συνεργασία ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα εξουσίας.


Κατά συνέπεια, με την ευκαιρία της προωθούμενης μεταρρύθμισης του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα πρέπει να επεξεργαστούμε και να αναλύσουμε πώς αυτή η νέα δομή θα μπορεί να δημιουργήσει τις βάσεις και τις προϋποθέσεις ώστε να λειτουργήσει αποδοτικά μέσα στο πλαίσιο και την έννοια μιας πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Δράση βασισμένη σε μια εταιρική σχέση που θα έχει στόχο την ουσιαστική εμπλοκή τόσο στη χάραξη όσο και στην αποτελεσματική υλοποίηση των πολιτικών της Ε.Ε.


Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται μια αμοιβαία ευθύνη των επιμέρους επιπέδων διακυβέρνησης, στηριγμένη στις πηγές της δημοκρατικής νομιμότητας και στην αντιπροσωπευτικότητα όλων των επιμέρους παραγόντων. Όμως, για να μπορέσουν να επωμισθούν το νέο τους ρόλο οι Τοπικές Αρχές θα πρέπει να αποτελούν δομές ικανού μεγέθους και δυνατοτήτων, ικανές να υλοποιήσουν μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα μεγάλης κλίμακας και επίσης να διαχειριστούν τους πόρους των διαρθρωτικών Ταμείων.


Η καθιέρωση της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει νέους όρους στην άσκηση αποκεντρωμένης διοίκησης. Είναι ο σύγχρονος τρόπος άσκησης της πολιτικής με αναπτυξιακό και προγραμματικό ρόλο. Γιατί μόνο ένας τέτοιος ρόλος, δυναμικός, ουσιαστικός και δημοκρατικά κατοχυρωμένος, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Ανάπτυξη πραγματική, δομημένη, σχεδιασμένη και εφαρμόσιμη από αιρετούς με έμφαση σε βασικές αρχές. Στις αρχές της εγγύτητας στον πολίτη, της επικουρικότητας, της διαφάνειας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων.


Οφείλουμε να μεριμνήσουμε έτσι ώστε η μεταρρύθμιση, μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες, να παγιώνει πρακτικές σχέσης υπευθυνότητας και αποτελεσματικότητας, σε ένα πλαίσιο κοινωνικού διαλόγου με το σύνολο των εμπλεκομένων φορέων. Θεωρούμε ότι τα προταθέντα νομοσχέδια συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας μεταρρύθμισης που σέβεται το νόημα του πολιτικού προτάγματος της αποκέντρωσης και το προσαρμόζει στις απαιτήσεις της σημερινής εποχής. Προσβλέπουμε στη δημιουργία ενός ισχυρού θεσμού, βαθιά αποδεκτού από τους πολίτες που να προκαλεί σεβασμό και να εμπνέει εμπιστοσύνη.


Έχουμε την πεποίθηση ότι η οργανωτική αναδιάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα ώριμο θεσμικό αίτημα με πολλές παραμέτρους και προεκτάσεις, τις οποίες είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε.


Κατά τη διαδικασία διαβούλευσης που προηγήθηκε της κατάθεσης των σχετικών νομοσχεδίων, οι πολιτικές δυνάμεις έδειξαν να στηρίζουν αυτή την πολιτική της αποκέντρωσης, με την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι αυτή η στήριξη δε θα εκφυλιστεί με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν αντιστάσεις; Βεβαίως υπάρχουν και κατανοητές είναι και αναμενόμενες. Έχουμε, όμως, την ευθύνη αντιμετώπισης των αντιστάσεων εκείνων που αντιπροσωπεύουν τις διαμορφωμένες και κατεστημένες δυνάμεις αδράνειας που καταταλαιπωρούν την ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση διαχρονικά και κυρίως τους πολίτες. Έχουμε χρέος να υπερβούμε αυτές τις δυνάμεις της αντίστασης και να προχωρήσουμε έτσι ώστε να δώσουμε διεξόδους στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, διασφαλίζοντας την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών σε μια πολιτεία ανθρωποκεντρική, δημοκρατική και δίκαιη.


Αν η επιθυμία μας για μια αυτοδιοίκηση ικανή να αποτελέσει θεμέλιο για την ανασύνταξη και την αναμόρφωση της διοικητικής μας δομής δικαιωθεί μέσα από αυτή τη μεταρρύθμιση, θα αισθανόμαστε όλοι υπερήφανοι. Και είμαι βέβαιη ότι στην προσπάθεια αυτή θα συστρατευθούν πολλοί.