13/5/13

Δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σχετικά με το σημερινό συμβάν σε αρτοποιείο στη Λευκωσία 13/05/2013



13/5/2013

Μετά το πέρας της τελετής έναρξης της Εβδομάδας Πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ. Ιωνάς Νικολάου απάντησε σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων που αφορούσαν στην υπόθεση πυροβολισμού υπόπτου για ληστεία από αστυνομικό σε φούρνο στη Λευκωσία.


Ο κ. Νικολάου ανέφερε ότι, μετά από επικοινωνία που είχε νωρίτερα με τον Γενικό Εισαγγελέα, αποφασίστηκε όπως διοριστεί λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας, ο οποίος θα διερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε χρήση του όπλου από τον αστυνομικό και αν αυτή έγινε σύμφωνα με τους κανονισμούς.

Ερωτηθείς αν θεωρεί σωστή την ενέργεια του αστυνομικού, ο κ. Υπουργός είπε: «Καταρχάς, να εκφράσω τη θλίψη μου για το γεγονός αυτό και να ευχηθώ όπως ο νεαρός ξεπεράσει τις οποιεσδήποτε περιπλοκές στην υγεία του. Πέραν από αυτό, ένα τέτοιο περιστατικό είναι πάντοτε από τα πιο δύσκολα, τα οποία χρειάζονται σίγουρα να ερευνώνται για να διαπιστώσουμε εάν η χρήση όπλου έγινε σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις οδηγίες. Εάν δηλαδή οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που θα μπορούσε να κριθεί αναγκαία και επιβεβλημένη η χρήση του όπλου».

Σύμφωνα με τον κ. Υπουργό, ο αστυνομικός βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία στο χώρο που εκτυλίχθηκε το συμβάν, «επιτελώντας μια επιχείρηση την οποία η αστυνομία τον τελευταίο καιρό έχει καταστρώσει λόγω έντονης δραστηριότητας κάποιου προσώπου, ο οποίος συνήθιζε να κλέβει τις εισπράξεις από φούρνους συγκεκριμένης εταιρείας. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης, ο αστυνομικός βρισκόταν στο δικό του το όχημα έξω από το φούρνο και όταν διαπίστωσε την ύπαρξη ύποπτου προσώπου, μπήκε στο φούρνο και στη συνέχεια εκτυλίχθηκε η απόπειρα ληστείας και τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν τον αστυνομικό στη χρήση του όπλου και τα οποία θα διερευνηθούν από λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας».
«Υπάρχουν», σημείωσε, «στοιχεία, τα οποία μπορούν να μας οδηγήσουν σε ένα ακριβές συμπέρασμα».

Σε ερώτηση γιατί ζητήθηκε έρευνα από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο κ. Νικολάου είπε: «Γιατί πιστεύω ότι αυτού του είδους τα περιστατικά θα πρέπει να διερευνώνται κατά τρόπο αντικειμενικό και να μην υπάρχει καμία αμφιβολία από κανένα. Πιστεύω ότι τα γεγονότα είναι ξεκάθαρα γιατί υπάρχουν στοιχεία τα οποία μπορούν να τα αποδείξουν με σαφήνεια και εκείνο που χρειάζεται είναι κάποιος νομικός να εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο αστυνομικός υποχρεώθηκε να κάνει χρήση του όπλου. Έτσι, από τη μια, διασφαλίζεται ότι η έρευνα που θα γίνει θα είναι αντικειμενική και δεν θα μπορεί κάποιος να επιχειρήσει να αφήσει οποιεσδήποτε σκιές ή αμφιβολίες στα συμπεράσματά της και, από την άλλη, γιατί πιστεύω ότι όλα αυτά τα ζητήματα που σχετίζονται με τη χρήση του όπλου είναι ζητήματα που πρέπει να διερευνώνται με προσοχή. Η χρήση του όπλου και ειδικότερα εναντίον προσώπου, όταν μάλιστα αυτό οδηγεί σε τραυματισμό και καμιά φορά και σε μοιραίες εξελίξεις, είναι ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που απασχολούν κάθε αστυνομικό και τα οποία εξετάζονται πάντοτε σε μια λεπτή γραμμή, όπου επιβάλλεται να κρίνουμε το μέλος της Αστυνομίας και, ειδικότερα, τις συνθήκες υπό τις οποίες ενεργεί, προτού καταλήξουμε σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, ειδικά σε συμπεράσματα τα οποία πολλές φορές οδηγούν στην καταδίκη των μελών της Αστυνομίας».

Τόνισε, δε, ότι δεν θα ήθελε να υπονοήσει οποιοδήποτε συμπέρασμα όσον αφορά στην υπόθεση αυτή: «Θέλω όμως να διαβεβαιώσω ότι τα συμπεράσματα της έρευνας θα είναι αντικειμενικά και πλήρη και με αυτό τον τρόπο δεν θα χωρεί καμιά αμφιβολία για το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήξει ανεξάρτητος λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας, και όχι οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας που θα μπορούσε να κάνει αυτή την έρευνα».

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Νικολάου ομολόγησε ότι η Αστυνομία «πονοκεφάλιαζε» από την έντονη δραστηριότητα κάποιου προσώπου εναντίον φούρνων, διευκρινίζοντας, δε, ότι «δεν υπονοώ ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που προέβη σε όλες αυτές τις ενέργειες».

Τέλος, σε ερώτηση αν είναι «καιρός να διαμηνύσετε στον κόσμο ότι θα γίνεται χρήση όπλου αν δεν υπακούσουν στις εντολές της Αστυνομίας», ο κ. Υπουργός απάντησε: «Εκείνο που θα καλούσα τους πολίτες είναι να υπακούουν στις οδηγίες της Αστυνομίας και ειδικά όταν τους καλούν να σταματήσουν στις περιπτώσεις που διαπιστώνουν τα μέλη της Αστυνομίας ότι εκτυλίσσεται ένα συγκεκριμένο αδίκημα. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες ότι η Αστυνομία έχει υποχρέωση να ερευνήσει και να καταστείλει τα αδικήματα. Γι’ αυτό, η συνεργασία των πολιτών σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να είναι άμεση και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε μορφής αντίσταση. Τη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν μπορείς να τη συγκρίνεις με οποιαδήποτε περίπτωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσωπο αυτό ενήργησε κατά ένα τρόπο που καταγράφεται μέσα από συγκεκριμένα αντικειμενικά στοιχεία τα οποία θα διερευνηθούν από πλευράς νομικού της Νομικής Υπηρεσίας».

«Δεν θα έλεγα σε καμία περίπτωση», πρόσθεσε, «ότι θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η χρήση όπλου από πλευράς της Αστυνομίας. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε οργανωμένο έγκλημα και επικίνδυνο. Την ίδια ώρα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε και ανθρώπους οι οποίοι είτε χάνουν την ψυχραιμία τους είτε ενεργούν με τρόπο που θέτουν σε κίνδυνο και τη ζωή των αστυνομικών. Αν θέλουμε τον αστυνομικό να μπορεί να ενεργήσει άμεσα και αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, πρέπει να του παραχωρήσουμε τα μέσα αυτοπροστασίας. Τονίζω τη λέξη «αυτοπροστασία», το όπλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αυτοπροστασίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν αυτό κρίνεται απόλυτα αναγκαίο. Αυτό είναι και το ζήτημα που θα διερευνηθεί», κατέληξε.

---------------------------