30/1/26

Η Δημοκρατία μπορεί να προχωρά σε άμεση εκτέλεση των αποφάσεων επιστροφής και/ή απέλασης Σύρων υπηκόων μετά την απόρριψη του αιτήματός τους για διεθνή προστασία

 


Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας απέρριψε τις προσφυγές τους

Εξαιρετικά σημαντικές κρίνονται οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζοντας αριθμό προσφυγών που καταχωρίστηκαν ενώπιόν του από Σύρους υπηκόους,

επικύρωσε τις αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου πρώτον, για απόρριψη των αιτημάτων τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και δεύτερον, για επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, τη Συρία.

Οι αποφάσεις, που εκδόθηκαν στις 29 Ιανουαρίου 2026, αποτελούν σημαντικό σταθμό στον τομέα των αναγκαστικών επιστροφών, καθότι πλέον οι αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας μπορούν να προχωρούν σε άμεση εκτέλεση των αποφάσεων επιστροφής και/ή απέλασης των Σύρων υπηκόων που βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία.

Συγκεκριμένα, μετά την αλλαγή καθεστώτος στη Συρία, η Υπηρεσία Ασύλου προχώρησε στην εξέταση αιτημάτων για διεθνή προστασία που είχε ενώπιόν της, με την απόφασή της να είναι απορριπτική καθώς για τους συγκεκριμένους αιτητές δεν πληρούνταν πλέον οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων.

Εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου προσέφυγε αριθμός αιτητών. Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, εξετάζοντας τις απορριπτικές αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, έκρινε ότι αυτές είναι και εύλογες και νόμιμες καθότι τα ενώπιον του αιτήματα δεν πληρούσαν ούτε τα υποκειμενικά ούτε τα αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Κατ’ επέκταση, όπως το Δικαστήριο σημειώνει, η κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου υπήρξε ορθή ότι οι αιτητές δεν θα υποστούν στην περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής τους όπου και αναμένεται να επιστρέψουν, ως εκ της παρουσίας τους και μόνον, σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς τους λόγω άσκησης αδιάκριτης βίας.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι αιτητές είναι οικονομικοί μετανάστες ή περιπτώσεις προσώπων, των οποίων οι ισχυρισμοί περί δίωξης κρίθηκαν ως αναξιόπιστοι, σημειώνοντας ότι στην περιοχή Idlib, τα περιστατικά που εντοπίζονται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά υψηλής έντασης και συχνότητας, σε τέτοιο βαθμό που να τεκμαίρεται ότι επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερική ένοπλης σύρραξης, εφόσον αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το Δικαστήριο, η έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου σε επίσημες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη Συρία σχετικά με τις ενέργειες συνεργασίας και ανοικοδόμησης της χώρας, την υποστήριξη στους επιστρέφοντες, καθώς και για την ανθρωπιστική κατάσταση εκεί, ήταν επαρκής, πλήρης και επίκαιρη. Επικαιροποιημένη δε έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου, με το Δικαστήριο να μη βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ευρημάτων των αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας.

Τις υποθέσεις χειρίστηκε ο Υποτομέας Προσφυγών Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας της Νομικής Υπηρεσίας, υπό την επίβλεψη της Προϊσταμένης του Υποτομέα κας Γιάννας Χατζηχάννα, Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.